Μια επίσκεψη, ένα φλιτζάνι καφέ μια ειλικρινής συνομιλία αρκούν για να επιβεβαιώσουν την εικόνα μου για έναν άνθρωπο με τον οποίο διατηρώ βαθειά φιλία. Πριν σαράντα σχεδόν χρόνια, το 1987, φιλοξένησε στην γκαλερί της την πρώτη μου έκθεση.

Η ιστορία της είναι εντούτοις πολύ πιο παλιά και πολυεπίπεδη. Η σχέση της με τα βιβλία, η αγάπη της για τα λουλούδια, το μεράκι της να συλλέγει μαχαίρια, να ακούει σύγχρονη όπερα και να φιλοτεχνεί κοσμήματα καταδεικνύουν ότι το πάθος της για την τέχνη πλαισιώθηκε με ενασχολήσεις καθαρά προσωπικές και ιδιαίτερες θα έλεγα:   

«Διαβάζω τρία-τέσσερα βιβλία  ταυτόχρονα. Στο κρεβάτι μου διαβάζω το βιβλίο της Hilary Mantel Ο καθρέφτης και το φως. Αφορά τον Thomas Cromwell, σφραγιδοφύλακα και υπουργό του Ερρίκου του 8ου. Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο μιας τριλογίας. Στο κρεβάτι διαβάζω επίσης και αποστηθίζω τον Εθνικό ύμνο.

Αυτό το βιβλίο με βοηθά να κοιμηθώ. Στην πολυθρόνα διαβάζω την Ιστορία του θεού της Karen Armstrong. Πρόκειται για μια θεώρηση της εξελικτικής πορείας τριών βασικών θρησκειών της περιοχής μας: της χριστιανικής, της εβραϊκής και της ισλαμικής. Στην γκαλερί διαβάζω το βιβλίο Ο εμπόλεμος θεός της Armstrong επίσης. Πραγματεύεται την εξέλιξη των θρησκειών από το 1500 μ.Χ., την εποχή δηλαδή κατά την οποία οι Ισπανοί μονάρχες Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα απελευθέρωσαν την Ευρώπη από τους μουσουλμάνους.

Είμαι πολύ ευτυχής, γιατί τον τελευταίο καιρό διαβάζω επίσης τις Αναχωρήσεις του Julian Barnes γύρω από το ζήτημα των αναμνήσεων και την ανάγκη του ανθρώπου να τις προσαρμόζει στις επιθυμίες του. Δεν θα μπορούσα να παραλείψω το βιβλίο Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα του Αυστριακού Νομπελίστα Peter Handke γύρω από την ανθρώπινη μοναξιά.         

Αγαπώ τα λουλούδια που μυρίζουν κι έχουν ωραία χρώματα. Τις βιολέτες, τους μενεξέδες, τις πασχαλιές, τις γαρδένιες και τόσα άλλα. Κάθε πρωί πριν πάρω το πρόγευμά μου βγαίνω και τα απολαμβάνω. Μου ανταποδίδουν τη φροντίδα που τους δίνω μ’ ένα νέο φύλλο, ένα λουλούδι. Έχω μια ατέρμονη σχέση με αυτά. Η μάνα μου αγαπούσε τα λουλούδια επίσης.

Φρόντιζε το μεγάλο κήπο της γιαγιάς μου. Θυμάμαι τις ανθισμένες παιώνιες, τις κόκκινες τουλίπες, τα μπλε κρίνα. Αυτό που κράτησα και κατάφερα να μεταφέρω στην Κύπρο και μάλιστα να ευδοκιμήσει ήταν ο θάμνος που λέγεται φιλάδελφος, αλλιώς άνθος της λεμονιάς. Η σχέση μου με τα φυτά και τα λουλούδια αναπτύχθηκε όταν τα παιδιά μου έφυγαν για σπουδές στο εξωτερικό. Η φροντίδα του κήπου ήταν αντίδοτο στην απουσία τους.

Κάθομαι και φυλάω τα λουλούδια από τις γάτες της γειτονιάς που έρχονται και μου κάνουν ζημιές. Τις απώλειες του καλοκαιριού τις αναπληρώνω τον χειμώνα. Πιστεύω ότι ο κήπος ευεργετεί τη ζωή μου. Είμαι ευγνώμων σε ό,τι μου δίνει. 

Στην εποχή μου υπήρχε μόνο το ραδιόφωνο. Όταν μεγάλωσα άκουγα Χατζηδάκη, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο και αργότερα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου ήταν Κερκυραίος και τραγούδαγε όπερα. Επομένως ήταν αντίθετος σε αυτά τα ακούσματα. Πίστευε μάλιστα ότι τα ρεμπέτικα δεν άρμοζαν σε μια αστική κοινωνία. Ο σύζυγός μου Χριστόφορος Κασσιανίδης σπούδαζε ιατρική αλλά ταυτόχρονα φοιτούσε και στο Ωδείο Αθηνών. Ήταν συμφοιτητής με τη Μούσχουρη.

Επέλεξε εντούτοις την ιατρική όταν χρειάστηκε να αποφασίσει ποιο δρόμο θα ακολουθούσε επαγγελματικά. Τη δεκαετία του ‘80, στη Λευκωσία, κάθε Σάββατο πηγαίναμε σε ένα φίλο μας και ακούγαμε όπερα. Διέθετε μεγάλη οθόνη και μεγάλη ποικιλία dvd.

Την εποχή του κορονοϊού -από το Μάρτη μέχρι και τα Χριστούγεννα- η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης διέθετε καθημερινά χωρίς χρέωση απευθείας σύνδεση των παραστάσεών της. Αργότερα, έγινα μέλος της Όπερας της Νέας Υόρκης και είχα την ευκαιρία να απολαμβάνω δωρεάν το πρόγραμμά της. Επιλέγω παρόλα αυτά να ακούω σύγχρονη όπερα όπως Filip Glass, Kaija Saariaho, Thomas Andes, John Adams κ.ά.  

Όταν ήμουν μικρή έφτιαχνα σπαθιά και μαχαίρια από ξύλο. Αργότερα, είχα πάντα στην κατοχή μου σουγιά και λαδάκονο. Το πρώτο μαχαίρι που συνέλεξα το βρήκα στο δρόμο. Ήταν μεγάλο. Η λάμα του διέθετε σφραγίδα.

Αργότερα, κάθε φορά που ταξίδευα αγόραζα μαχαίρια και πάλες. Πάντα είχα στη τσάντα μου ένα μαχαίρι, ένα σουγιά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό που μου συνέβηκε στο πλαίσιο επίσκεψής μου στη γενέθλια τοποθεσία του Κrishna.

Πρόκειται για ιερό χώρο με ζωντανή μουσική μέρα και νύκτα. Στα μέσα του λόφου, υπήρχε σημείο ελέγχου τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες ξεχωριστά. Εκεί η τοπική αστυνομία με έκπληξη βρήκε σουγιά στη τσάντα μου. Με θυμό και επιτακτικά με ανάγκασαν να επιστρέψω στους πρόποδες του λόφου για να αφήσω το μαχαίρι εκεί και να ανέβω ξανά. Στη συλλογή μου έχω πολλά “τσιακκούθκια” λαπηθιώτικα.

Τα αγόραζα από τον Χαρίτο, λαπηθιώτη πρόσφυγα που στεγαζόταν στο Χάνι της Πάφου. Η λαβή τους ήταν από κόκκαλο. Ήταν κιρτά και πολύ κοφτερά. Το πιο  αξιόλογο μαχαίρι της συλλογής μου είναι από το Νεπάλ. Είναι εγχάρακτο, λίγο κιρτό, με λαβή από κόκκαλο και μπρούντζο. Η θήκη του επίσης είναι περίτεχνη: με πουλιά και λουλούδια.

Ξεχωρίζω επίσης το μαχαίρι από την Υεμένη που ο εγγονός μου Χριστόφορος βρήκε σε παζάρι Γερμανικής πόλης και το μαχαίρι που ο γιος μου Συμεών έφερε από το Νέο Δελχί με περίτεχνη εγχάρακτη θήκη και λαβή να παριστάνει κεφάλι ζώου. Τα σημαντικότερα μαχαίρια τα δώρισα στα εγγόνια μου.    

Ασχολούμαι με το πλέξιμο (το βελονάκι) από τότε που έκοψα το τσιγάρο στα 37 μου χρόνια. Στην αρχή έμπλεκα με νημάτινη κλωστή και τα τελευταία 20 χρόνια με ασημένια ή χάλκινη. Δημιουργώ κοσμήματα τα οποία φορά η κόρη μου Λίνα και εκτιμά ιδιαίτερα ο εγγονός μου Δημήτρης. Παριστάνουν λουλούδια ή γεωμετρικά σχήματα.

Η συλλογή μου εμπλουτίζεται με κεραμικά κοσμήματα της Ελένης Βερναδάκη, του γλύπτη Δημήτρη Κωνσταντίνου και της ζωγράφου-γλύπτριας Όλγας Σπανού. Φορώ κοσμήματα του δικού μου γούστου ανεξαρτήτως αξίας. Δεν μου αρέσει ο χρυσός γιατί είναι αμετάβλητος. Αντίθετα το ασήμι αλλάζει όψη και υφή. Το προτιμώ».

Το 1977 ιδρύεται στη Λευκωσία η γκαλερί «Ζυγός» από την Γκλόρια Κασσιανίδου (κύρια μέτοχο) και τις εικαστικούς Στέλλα Μιχαηλίδου και Μαρία Δωρίτη. Τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυσή της, η συνεργασία των τριών διακόπτεται και την απόλυτη διαχείριση του χώρου αναλαμβάνει η Γκλόρια Κασσιανίδου.

Στις 16 Μαρτίου 1982, με αφορμή την επέτειο των πέντε χρόνων λειτουργίας της γκαλερί, η Κασσιανίδου οργανώνει έκθεση του ζωγράφου Σπύρου Δημητριάδη και του γλύπτη Θεόδουλου Γρηγορίου– στο ισόγειο και στο πατάρι αντίστοιχα. Τα εγκαίνια τιμά με την παρουσία του ο πρόεδρος Τεχνοκριτικών Ελλάδας και ιστορικός τέχνης Αλέξανδρος Ξύδης, ο οποίος θεωρείται «ανάδοχος» της γκαλερί.

Μετά από πρότασή του, αυτή μετονομάζεται από γκαλερί «Ζυγός» σε γκαλερί «Γκλόρια». Από την ίδρυσή του και μέχρι σήμερα, ο εν λόγω εκθεσιακός χώρος βρίσκεται στην οδό Ζήνωνος Σώζου, στην καρδιά της Λευκωσίας. Τον Μάρτιο του 2027 η γκαλερί κλείνει πενήντα χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας.

Ελεύθερα, 11.04.2026