Ελκυστικά παραµένουν τα σταθερά επιτόκια των στεγαστικών δανείων, τα οποία λειτουργούν ως ανάχωµα στην αυξηµένη αβεβαιότητα που προκαλεί η συζήτηση για αλλαγή νομισματικής πολιτικής. Έτσι το κλείδωµα του επιτοκίου για µακρά χρονική περίοδο παραµένει σήµερα συµφέρουσα λύση για όσους θέλουν να κάνουν την κίνηση για νέο στεγαστικό δάνειο, χωρίς το άγχος της ανόδου των επιτοκίων, όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη.
Η άνοδος των επιτοκίων τον Ιούνιο -αν επιβεβαιωθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα του διοικητικού συμβουλίου στις 10 Ιουνίου- θα επηρεάσει κυρίως συγκεκριμένες κατηγορίες πελατών. Όσους έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο και όσους σκοπεύουν να πάρουν νέο δάνειο. Η ΕΚΤ έχει ήδη μειώσει τα βασικά επιτόκια αρκετές φορές από το 2024 και από 11 Ιουνίου 2025 το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης βρίσκεται στο 2,15%.
Στο υποθετικό σενάριο αύξησης του επιτοκίου κατά 0,25% από την ΕΚΤ, πελάτες με κυμαινόμενο στεγαστικό θα δούνε τη δόση τους να ανεβαίνει έστω και αν είναι μικρά τα μηνιαία ποσά. Για παράδειγμα, υπόλοιπο δανείου €100.000 με επιτόκιο 3,5% και περίοδο αποπληρωμής 25 χρόνια, αν αυξηθεί το επιτόκιο, η επιβάρυνση στη δόση είναι περίπου €14 τον μήνα. Αν το υπόλοιπο δανείου είναι €150.000 και το επιτόκιο αυξηθεί κατά 0,25% η δόση θα είναι μεγαλύτερη κατά €20. Για δάνειο με υπόλοιπο €200.000 αν το επιτόκιο αυξηθεί η δόση θα είναι μεγαλύτερη κατά €30.
Τις αυξήσεις στις δόσεις τους δεν θα καταλάβουν όσοι έχουν «κλειδώσει» σταθερό επιτόκιο για τρία, δέκα ή παραπάνω χρόνια στο δάνειο τους. Αυτό σημαίνει ότι η μηνιαία δόση που καταβάλλει ο πελάτης θα είναι η ίδια από την αρχή έως το τέλος της περιόδου που έχει κλειδώσει το σταθερό επιτόκιο, ανεξάρτητα από τις αλλαγές στην νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Ωστόσο εάν τα επιτόκια στην αγορά μειωθούν στο μέλλον, το σταθερό επιτόκιο θα παραμείνει το ίδιο, πράγμα που σημαίνει ότι ενδέχεται ο πελάτης να πληρώνει περισσότερο από ό,τι αν είχε επιλέξει κυμαινόμενο επιτόκιο.
Από τα τελευταία στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας φαίνεται ότι τα δάνεια σταθερού επιτοκίου κερδίζουν ολοένα και παραπάνω έδαφος στην αγορά. Στα επιχειρηματικά δάνεια, παρατηρείται αύξηση του μεριδίου δανείων με σταθερό επιτόκιο μεγαλύτερης διάρκειας (με αρχική περίοδο προσδιορισμού άνω του ενός έτους), το οποίο από μόλις 1% το 2022 ανήλθε σε 35% την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025.
Ταυτόχρονα, το μερίδιο δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο και αρχική περίοδο προσδιορισμού έως ένα έτος υποχώρησε, από 99% το 2022 σε 65% την ίδια περίοδο. Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι η μετατόπιση αυτή αντανακλά την αυξημένη προτίμηση των επιχειρήσεων για μεγαλύτερη σταθερότητα στο κόστος χρηματοδότησης. ο μέσο επιτόκιο νέων επιχειρηματικών δανείων στην Κύπρο μειώθηκε αισθητά από 5,4% τον Ιούνιο του 2024 σε 3,6% τον Οκτώβριο του 2025, καταγράφοντας συνολική μείωση 184 μονάδων βάσης η οποία υπερέβη τη μείωση των 162 μονάδων βάσης στον διάμεσο της ζώνης του ευρώ.
Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί στο σημαντικό ποσοστό μετάδοσης 92% της συνολικής μείωσης του επιτοκίου διευκόλυνσης καταθέσεων (Deposit Facility Rate – DFR) της ΕΚΤ, σε σύγκριση με ποσοστό μετάδοσης 81% στον αντίστοιχο διάμεσο της ζώνη του ευρώ.
Στο αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα, συνέβαλε το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό των νέων επιχειρηματικών δανείων στην Κύπρο είναι βραχυπρόθεσμα και συνδεδεμένα με το επιτόκιο διατραπεζικής αγοράς Euribor, γεγονός που επιτρέπει την ταχεία προσαρμογή των επιτοκίων χορηγήσεων έναντι των αλλαγών στα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.
Η σημαντική μείωση των επιτοκίων οδήγησε σε ουσιαστική σύγκλιση των επιχειρηματικών επιτοκίων στην Κύπρο με τον διάμεσο της ζώνης του ευρώ. Έως τον Οκτώβριο του 2025, το επιτόκιο νέων επιχειρηματικών δανείων στην Κύπρο διαμορφώθηκε στο 3,6%, σε σχεδόν πλήρη ευθυγράμμιση με τον αντίστοιχο διάμεσο της ζώνης του ευρώ (3,5%). Ως αποτέλεσμα, η σχετική απόκλιση, η οποία είχε φθάσει έως και 1,7 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) στην κορύφωσή της, περιορίστηκε μόλις στο 0,1%.