Η πορεία του ιδιωτικού χρέους των νοικοκυριών στην Κύπρο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές ιστορίες των τελευταίων τριών δεκαετιών. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ο τραπεζικός δανεισμός αυξήθηκε με ταχύτατους ρυθμούς, τροφοδοτώντας την αγορά κατοικίας και την ιδιωτική κατανάλωση.
Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν τη θεαματική μεταβολή που σημειώθηκε μετά την τραπεζική κρίση. Η πρώτη χαρακτηρίστηκε από υπερβολική πιστωτική επέκταση, η οποία κορυφώθηκε το 2012, ενώ η δεύτερη από μία από τις μεγαλύτερες διαδικασίες απομόχλευσης που καταγράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παρότι η Κύπρος εξακολουθεί να βρίσκεται ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η διαφορά έχει πλέον περιοριστεί σημαντικά. Ταυτόχρονα, τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι η διάκριση μεταξύ υπερχρεωμένου νότου και συνετού βορρά δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα, καθώς πολλές βόρειες οικονομίες συνεχίζουν να εμφανίζουν αισθητά υψηλότερα επίπεδα χρέους των νοικοκυριών από τις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού νότου.
Η μεγάλη μείωση
Να δούμε, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων από τη Eurostat https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/tipspd22/default/table?lang=en ποια είναι η εικόνα της Κύπρου για την περίοδο 1995-2025 και τι έγινε μέσα σε τριάντα χρόνια.
Το σημαντικό είναι ότι το χρέος των κυπριακών νοικοκυριών μειώθηκε στο 54,2% του ΑΕΠ από το ψηλό σημείο 167,5% του ΑΕΠ που καταγράφηκε το 2012, όταν η χώρα βρισκόταν στην κορυφή της Ευρώπης σε ιδιωτικό δανεισμό.
Στην Ευρωζώνη, το χρέος των νοικοκυριών είναι στο 50,7% του ΑΕΠ το 2025 και στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών στο 49,4%. Σε γενικές γραμμές, η Κύπρος μετά το 2014 πέτυχε μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις ιδιωτικού χρέους στην ΕΕ, κυρίως επειδή δόθηκαν λιγότερα νέα δάνεια, έγιναν πολλές αναδιαρθρώσεις χορηγήσεων, προχώρησαν οι τράπεζες σε διαγραφές/πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων και αυξήθηκε το ΑΕΠ της χώρας, που μείωσε τον λόγο χρέους προς οικονομία.
Τα ορόσημα
Οι ημερομηνίες ορόσημα για την πορεία του χρέους των νοικοκυριών στην Κύπρο αναλύονται παρακάτω με βάση τα στοιχεία που δίνει η Eurostat.
* Την περίοδο 1995–2005 παρατηρείται σταδιακή αύξηση του δανεισμού καθώς αναπτύσσεται η οικονομία και η αγορά κατοικίας. Το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών από 62,9% του ΑΕΠ το 1995 έφθασε σε δέκα χρόνια, το 2005, στο 90,6%.
- Την περίοδο 2006–2012 το χρέος των νοικοκυριών σημειώνει πολύ μεγάλη άνοδο. Τα νοικοκυριά συσσωρεύουν υψηλές υποχρεώσεις πριν και κατά την οικονομική κρίση. Το 2006 το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών αυξάνεται στο 91,9% του ΑΕΠ, το 2007 στο 98,2%, το 2009 στο 113,5% του ΑΕΠ, το 2010 στο 118%, το 2011 στο 121,5% και το 2012 στο 167,5% του ΑΕΠ.
- Tην περίοδο 2013 -2016 η ύφεση, οι εκποιήσεις και οι ρυθμίσεις δανείων επηρεάζουν τη μείωση του ιδιωτικού χρέους. Το 2013 χρονιά της τραπεζικής κρίσης το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών φθάνει 130,3% του ΑΕΠ, το 2014 στο 132,6% το 2015 και 2016 είναι 128,1% και 117,8% αντίστοιχα.
- Την περίοδο 2017 -2020 σημειώνεται σταδιακή αποκλιμάκωση, αλλά το επίπεδο παραμένει υψηλό σε σχέση με πολλές χώρες της ΕΕ. Το 2017 το χρέος των νοικοκυριών υποχωρεί στο 106,1% του ΑΕΠ, το 2018 στο 96,6%, το 2019 στο 86,6% του ΑΕΠ και το 2020 στο 89,1% του ΑΕΠ.
- Την περίοδο 2021–2025 συνεχίστηκε η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, λόγω απομόχλευσης και της οικονομικής ανάπτυξης. Το 2021 χρέος των νοικοκυριών προς το ΑΕΠ υποχώρησε στο 79,8%, το 2022 έφθασε στο 69%, το 2023 στο 62,3% του ΑΕΠ, το 2024 και το 2025 υποχώρησε στο 57,4% και 54,2% αντίστοιχα.
Οι υπερχρεωμένοι στην ΕΕ
Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν και ένα ακόμη σημαντικό θέμα ως προς την εικόνα δανεισμού των νοικοκυριών στην Ευρώπη. Παρατηρείται ένας σαφής γεωγραφικός διαχωρισμός.
Οι χώρες της βόρειας Ευρώπης διατηρούν υψηλότερα επίπεδα ιδιωτικού χρέους των νοικοκυριών, ενώ οι χώρες του νότου εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα, κυρίως ως αποτέλεσμα διαφορετικών χρηματοπιστωτικών συστημάτων, στεγαστικών αγορών και των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης.
Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, η Ισπανία είχε πολύ υψηλό χρέος πριν από την κρίση του 2008 και στη συνέχεια κατέγραψε σημαντική μείωση, ενώ η Ιταλία διατηρεί διαχρονικά σχετικά χαμηλά επίπεδα χρέους σε σύγκριση με τις περισσότερες βόρειες χώρες.
Χώρες του νότου παρουσιάζουν γενικά χαμηλότερα επίπεδα χρέους, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2008–2013. Στην Ελλάδα, το 2025, το χρέος των νοικοκυριών είναι 38% του ΑΕΠ, στην Ιταλία 35,9%, στην Ισπανία 42,9%, στην Πορτογαλία 53,9%. Οι βασικοί λόγοι είναι τα αυστηρότερα κριτήρια χορήγησης δανείων μετά την κρίση, απομόχλευση των νοικοκυριών (αποπληρωμή χρεών), μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι στον δανεισμό και χαμηλότερη ζήτηση για νέα δάνεια.
Χώρες του βορρά εμφανίζουν συνήθως υψηλότερα επίπεδα χρέους των νοικοκυριών, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτό συνδέεται με την ευρεία χρήση στεγαστικών δανείων, τις ανεπτυγμένες αγορές πιστώσεων και την κουλτούρα αποπληρωμής των δανείων.
Στη Δανία το χρέος των νοικοκυριών ως προς το ΑΕΠ το 2025 είναι 84,1%, στη Σουηδία 82,3%, στην Ολλανδία 93,5% και στην Φιλανδία 62,9%.
Στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης το χρέος των νοικοκυριών προς το ΑΕΠ το 2025 είναι: Γερμανία 49%, Εσθονία 39,5%, Γαλλία 59,5%, Κροατία 31,3%, Ιρλανδία 23,9%, Λιθουανία 23,6%, Λουξεμβούργο 60,5%, Πολωνία 22%, Ρουμανία 12,3%. Σλοβενία 24,8%, Σλοβακία 44,1%.