Επτά χρόνια μετά την εφαρμογή του, η συζήτηση γύρω από το ΓεΣΥ συχνά εγκλωβίζεται σε αριθμούς, πλεονάσματα και καταχρήσεις, παραβλέποντας την πιο βασική αρχή: Το ΓεΣΥ δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός χρηματοδότησης υπηρεσιών υγείας αλλά ένα συγκεκριμένο κοινωνικό μοντέλo, με σαφώς καθορισμένη φιλοσοφία, αρχιτεκτονική και χαρακτήρα.

Τρία συστατικά που δεν χρήζουν καμίας απολύτως αλλαγής αφού, από μόνα τους, όχι μόνο δεν δημιουργούν προβλήματα στους ασθενείς αλλά, αντίθετα, λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας τους.

Η φιλοσοφία του ΓεΣΥ είναι η κοινωνική αλληλεγγύη, η ισότιμη πρόσβαση και η κοινωνική ασφάλιση.

Η αρχιτεκτονική του είναι το μονοασφαλιστικό σύστημα, το ενιαίο ταμείο, ο προσωπικός γιατρός, η ελεύθερη επιλογή παρόχου και η συμμετοχή δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στο ίδιο πλαίσιο λειτουργίας.

Ο χαρακτήρας του είναι κοινωνικός, αλληλέγγυος, καθολικός, μη κερδοσκοπικός και ανθρωποκεντρικός.

Με απλά λόγια, η φιλοσοφία απαντά στο γιατί υπάρχει το ΓεΣΥ, η αρχιτεκτονική στο πώς είναι δομημένο και ο χαρακτήρας στο τι είδους σύστημα είναι. Και αν αλλάξει οποιοδήποτε από αυτά τα τρία στοιχεία, τότε δεν θα μιλάμε για διορθώσεις σε στρεβλώσεις. Θα μιλάμε για ένα διαφορετικό σύστημα υγείας. Για κάτι άλλο και όχι για το ΓεΣΥ που σχεδιάστηκε, νομοθετήθηκε και αγκαλιάστηκε από την κοινωνία.

Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση δεν πρέπει να αφορά τη φιλοσοφία, την αρχιτεκτονική ή τον χαρακτήρα του Συστήματος. Η συζήτηση πρέπει να αφορά τους κανόνες, τις διαδικασίες και τις στρεβλώσεις που δημιουργήθηκαν στην πορεία αυτών των επτά χρόνων.

Η συζήτηση δεν πρέπει να αφορά τις καταχρήσεις, που έχουν καταντήσει «σύνθημα» για όσους δεν μπαίνουν στην ουσία του Συστήματος, αλλά μόνο σε κάποιες από τις αιτίες που οδηγούν στην εκμετάλλευση και την κακή χρήση του ΓεΣΥ από παρόχους αλλά και από πολίτες.

Πρέπει να αφορά το πώς αξιοποιούνται σωστά τα χρήματα του Ταμείου του ΓεΣΥ προς όφελος των ασθενών και όχι το πόσα είναι τα αποθέματα και πόσο αυξάνονται κάθε χρόνο. Το Ταμείο του ΓεΣΥ, άλλωστε, δεν έχει αποστολή να προσθέτει πλεονάσματα κάθε χρόνο αλλά να φροντίζει για τους Κύπριους πολίτες.

Η συζήτηση αυτή ήρθε η ώρα να ανοίξει γιατί η οικονομική βιωσιμότητα του Συστήματος, η εξοικονόμηση πόρων και η σωστή κατανομή χρημάτων, μπορούν να επιτευχθούν και όταν ο ΟΑΥ αρχίσει να επενδύει περισσότερα στους ασθενείς, για την κάλυψη ει δυνατό όλων των αναγκών τους.

Για να μπορέσουμε να φθάσουμε όμως σε επίπεδο να είμαστε σε θέση να κάνουμε τη συγκεκριμένη συζήτηση, πρέπει να αναλύσουμε πρώτα κάποια βασικά δεδομένα που δεν αφορούν το «τι προσφέρει το ΓεΣΥ» αλλά το «τι ΔΕΝ προσφέρει το ΓεΣΥ» στους πολίτες.

Τονίζοντας, λοιπόν, για άλλη μια φορά ότι το ΓεΣΥ αποτελεί ευλογία για τον κάθε ένα δικαιούχο του ξεχωριστά και αναγνωρίζοντας την τεράστια αξία του, πρέπει να καταγράψουμε τα κενά σε υπηρεσίες, τις στρεβλώσεις που προκαλούν κάποιοι κανονισμοί που εφαρμόζει ο ΟΑΥ, τις καταχρήσεις ή την υπερχρήση στην οποία οδηγούν πολλές φορές οι κανονισμοί αυτοί αλλά και το πώς η «σφικτή» οικονομική πολιτική που ακολουθείται, στο τέλος καταλήγει σε μεγαλύτερους λογαριασμούς, ανά ασθενή, για το Ταμείο.

Μακροχρόνια Φροντίδα, Αποκατάσταση, Ανακουφιστική Φροντίδα

Τεράστια κενά στις προσφερόμενες υπηρεσίες αποτελούν η μακροχρόνια φροντίδα, η οποία είναι σχεδόν ανύπαρκτη, η αποκατάσταση, η οποία προσφέρεται με το σταγονόμετρο και η ανακουφιστική φροντίδα, που προσφέρεται μόνο σε καρκινοπαθείς, αφήνοντας έξω χιλιάδες άλλους ασθενείς που τη χρειάζονται.

Τι σημαίνει, όμως, στην πράξη η απουσία οργανωμένων υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας υγείας για το Ταμείο του ΓεΣΥ;

Η Κύπρος γερνά με ταχείς ρυθμούς. Σήμερα, σχεδόν ένας στους πέντε κατοίκους είναι ηλικίας άνω των 65 ετών, ποσοστό που ανήλθε στο 18,3% του πληθυσμού το 2024, έναντι μόλις 11,3% το 2000.

Βάσει των επίσημων δημοσιευμένων εθνικών και ευρωπαϊκών στατιστικών δεδομένων, οι Κύπριοι ζουν κατά μέσο όρο περίπου 66 υγιή χρόνια (οι γυναίκες περίπου 66,3 υγιή χρόνια και οι άνδρες περίπου 65,7).

Αυτό σημαίνει ότι, ενώ το προσδόκιμο ζωής στην Κύπρο ξεπερνά πλέον τα 82 χρόνια, οι πολίτες περνούν κατά μέσο όρο 16-17 χρόνια της ζωής τους με κάποια χρόνια πάθηση, αναπηρία ή λειτουργικό περιορισμό.

Σύμφωνα με τον γνωστό ευρωπαϊκό δείκτη GALI που χρησιμοποιεί η Eurostat, τα στοιχεία για την Κύπρο δείχνουν ότι περίπου το 45%-50% των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν μέτριους ή σοβαρούς περιορισμούς σε τουλάχιστον μία καθημερινή δραστηριότητα, ενώ σοβαρούς περιορισμούς αντιμετωπίζει το 15,9% των γυναικών ηλικίας 65+ και το 12,9% των ανδρών ηλικίας 65+ (δηλαδή, σχεδόν 30.000 πολίτες στην Κύπρο αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στην καθημερινότητά τους εξαιτίας προβλημάτων υγείας).

Στον αριθμό αυτό πρέπει να προστεθούν και μερικές ακόμα χιλιάδες χρόνιοι ασθενείς και άτομα με σοβαρή αναπηρία και συνοσηρότητες, οι οποίοι επίσης αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς στην καθημερινότητα τους, εξαιτίας των προβλημάτων που παρουσιάζουν.

Η παροχή υπηρεσίων κατ’ οίκον νοσηλευτικής, ιατρικής ή ανακουφιστικής φροντίδας αποτελεί το κλειδί για λιγότερο σοβαρές επιπλοκές και μειώνει την ανάγκη για ενδονοσοκομειακή περίθαλψη, η οποία στοιχίζει στο Ταμείο πολύ πιο ακριβά από ό,τι ένας γιατρός, νοσηλευτής ή φυσιοθεραπευτής ή ψυχολόγος στο σπίτι, ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Αν η επίσκεψη ενός νοσηλευτή στο σπίτι στοιχίζει, λόγου χάριν, €30 στον ΟΑΥ, η νοσηλεία του ασθενούς στοιχίζει €200 και στην περίπτωση των ατόμων αυτών, τα οποία λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν δεν ανακάμπτουν στις 3 ή στις 4 ημέρες νοσηλείας, τα ποσά πολλαπλασιάζονται.

Με ακόμα πιο απλά λόγια, εάν ένας ηλικιωμένος με σοβαρά προβλήματα και περιορισμούς στις κινήσεις του δέχεται επίσκεψη μια φορά την εβδομάδα από νοσηλευτή, μπορεί να προλάβει σοβαρές επιπλοκές, όπως για παράδειγμα οι κατακλίσεις, μπορεί να προλάβει την επιδείνωση των συμπτωμάτων του σε περιπτώσεις λοιμώξεων κ.ο.κ και σίγουρα μπορεί να αποτραπεί η ανάγκη εισαγωγής του σε κάποιο νοσηλευτήριο (μια εισαγωγή που θα γίνει μέσω ΤΑΕΠ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται).

Και επειδή συχνά προβάλλεται το επιχείρημα ότι ο ΟΑΥ δεν προσφέρει κοινωνικές υπηρεσίες, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι τα συγκεκριμένα ζητήματα αφορούν τον τομέα της Υγείας και η διαχείριση πριν την επιδείνωση τους είναι άμεσα συνδεδεμένη τόσο με το ΓεΣΥ, όσο και με το Ταμείο του (όσο κι αν αυτό μπορεί να μην ηχεί και τόσο καλά στα αφτιά μας).

Παρόμοιος συλλογισμός πρέπει να ακολουθείται και στην περίπτωση της παροχής διαφόρων αναλωσίμων ειδών και ιατροτεχνολογικών εξοπλισμών στους ασθενείς που τα χρειάζονται.

Αν για παράδειγμα ένα συγκεκριμένο αναλώσιμο δεν είναι το κατάλληλο για τον ασθενή που το χρησιμοποιεί, πέραν από τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα του ατόμου και κατά πάσα πιθανότητα και στην αξιοπρεπή διαβίωση του, ο αντίκτυπος θα φανεί και στο ίδιο το Ταμείο του ΓεΣΥ.

Ένα μη κατάλληλο προϊόν μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές, σε κάποιες περιπτώσεις σοβαρές, σε μολύνσεις ενδεχομένως επικίνδυνες και το άτομο να καταλήξει, επίσης, σε μακροχρόνια νοσηλεία.

Το ίδιο ισχύει για τα φάρμακα και, σίγουρα, οι κανονισμοί που έχουν επιβληθεί και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται δεν βοηθούν ούτε τους γιατρούς, ούτε τους ασθενείς τους.

Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες γιατρών για καθυστερήσεις μηνών στην έγκριση αιτημάτων για συνέχιση θεραπείας σε διαβητικούς είναι ενδεικτικές. Ένας διαβητικός που απορρυθμίζεται σίγουρα υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο να στοιχίσει πολύ περισσότερα στο Ταμείο του ΓεΣΥ από όσα κοστίζει η ενέσιμη θεραπεία την οποία αιτήθηκε.

Υπηρεσίες αποκατάστασης

Οι υπηρεσίες αποκατάστασης, εδώ και χρόνια, προσφέρονται «κουτσουρεμένες» μέσω ΓεΣΥ, αφού ο ΟΑΥ, επικαλούμενος τη μέχρι πρόσφατα ανυπαρξία νομοθεσίας, ενέταξε στο Σύστημα μόνο τρία εξειδικευμένα κέντρα.

Από την αρχή είχε ανακοινωθεί ότι η ένταξη των υπηρεσιών αυτών θα γινόταν σταδιακά. Ως εκ τούτου, οι διάφορες διαγνώσεις ομαδοποιήθηκαν, με στόχο να εντάσσονται κατά διαστήματα στο ΓεΣΥ και να καλύπτονται μέσω αυτού οι ανάγκες των ασθενών.

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, δεν έχουν ενταχθεί όλες οι «ομάδες διαγνώσεων», ενώ ούτε και η νομοθεσία που ψήφισε πριν από αρκετούς μήνες η Βουλή δεν έχει αρχίσει να εφαρμόζεται επί της ουσίας. Αποτέλεσμα, ασθενείς να υποχρεώνονται να πληρώνουν από την τσέπη τους αρκετές χιλιάδες ευρώ τον μήνα, επειδή η διάγνωσή τους δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο διαγνώσεων που καλύπτει το ΓεΣΥ.

Η ένταξη επιπρόσθετων κέντρων στο ΓεΣΥ δεν έχει γίνει ακόμα εφικτή και στην ουσία το Σύστημα δεν προσφέρει όλα όσα χρειάζονται οι δικαιούχοι του.

Το «σύνθημα» των καταχρήσεων: Κανόνες και οριζόντιοι περιορισμοί

Οι καταχρήσεις έχουν γίνει το συχνότερο «σύνθημα» για όσους θέλουν να δείξουν ότι γνωρίζουν το ΓεΣΥ και νοιάζονται για το ΓεΣΥ.

Η αλήθεια είναι ότι, σε μεγάλο βαθμό, για τις όποιες καταχρήσεις γίνονται ευθύνη φέρουν και οι ίδιοι οι δικαιούχοι και σίγουρα και κάποιοι από τους παρόχους υπηρεσιών του Συστήματος. Υπάρχουν καταχρήσεις, πάντοτε θα υπάρχουν, ωστόσο σε ό,τι αφορά τη βασική αποστολή του ΓεΣΥ, που είναι η κάλυψη των αναγκών υγείας των πολιτών, δεν φαίνεται να αποτελούν το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Με την πάροδο των χρόνων και στην προσπάθεια του ο ΟΑΥ να διαχειριστεί τις καταχρήσεις των πρώτων ετών λειτουργίας του Συστήματος, ενέταξε στο Σύστημα «εκατομμύρια» οριζόντιους περιορισμούς, οι οποίοι σιγά-σιγά οδήγησαν σε στρεβλώσεις, σε κάποιες περιπτώσεις σοβαρές, οι οποίες αντανακλούν μεταξύ άλλων και στην ποιότητα των υπηρεσιών.

Ορισμένοι από αυτούς τους κανόνες επηρεάζουν άμεσα τη συμπεριφορά των γιατρών εντός του Συστήματος. Ο ΟΑΥ εφαρμόζει μηχανισμό κατανομής μονάδων ανά ειδικότητα και νοσηλευτήριο. Όταν ένας γιατρός ή ένα νοσηλευτήριο υπερβεί το καθορισμένο όριο μονάδων, επιβάλλονται μειώσεις στις αποζημιώσεις που λαμβάνει. Ως συνέπεια, παρατηρείται είτε μεταφορά των επισκέψεων των ασθενών σε μεταγενέστερο χρόνο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία λιστών αναμονής, είτε καθυστέρηση στην υποβολή των αιτημάτων αποζημίωσης από τους παρόχους. Ήδη έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου αυτές οι καθυστερήσεις επηρέασαν αρνητικά τους ίδιους τους ασθενείς.

Παράλληλα, όταν κάποιοι γιατροί διαπιστώνουν μειώσεις στις αποζημιώσεις τους, επιχειρούν να αντισταθμίσουν την απώλεια εισοδήματος αυξάνοντας τον αριθμό των πράξεων που διενεργούν, ακόμη και όταν ορισμένες από αυτές δεν είναι απολύτως αναγκαίες.

Η πρακτική αυτή οδηγεί σε αύξηση του συνολικού όγκου πράξεων της συγκεκριμένης ειδικότητας, γεγονός που επηρεάζει την τιμή μονάδας, βάσει της οποίας υπολογίζονται οι αποζημιώσεις. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι γιατροί προσπαθούν να διατηρήσουν το εισόδημά τους προσφέροντας περισσότερες υπηρεσίες απ’ όσες χρειάζονται οι ασθενείς, γεγονός που τελικά επιτείνει τις πιέσεις στο Σύστημα αντί να τις μειώνει.

Αντίστοιχες στρεβλώσεις παρατηρούνται και στα νοσηλευτήρια. Όταν υπάρχει ο κίνδυνος επιβολής εκπτώσεων στις αποζημιώσεις, ενδέχεται είτε να δίνονται εξιτήρια νωρίτερα από τον ενδεδειγμένο χρόνο, είτε να πραγματοποιούνται πρόσθετες, μη απολύτως απαραίτητες, πράξεις, με στόχο τη διατήρηση του επιπέδου των αποζημιώσεων.

Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί η ανάγκη ορθολογικής εφαρμογής ορισμένων περιορισμών, ώστε να αποφεύγεται η ταλαιπωρία τόσο των επαγγελματιών υγείας, όσο και, κυρίως, των ασθενών. Η εμπειρία και τα διαθέσιμα παραδείγματα καταδεικνύουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι υφιστάμενοι εσωτερικοί κανόνες οδηγούν σε ανεπιθύμητες συνέπειες, όπως η δημιουργία λιστών αναμονής, η παροχή ελλιπών υπηρεσιών ή ακόμη και η οικονομική επιβάρυνση των ασθενών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που συχνά αναφέρεται ως ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζονται και εφαρμόζονται ορισμένοι κανόνες, αποτελεί η ειδικότητα της ενδοκρινολογίας. Παρά τη διαπιστωμένη έλλειψη ενδοκρινολόγων, χιλιάδες χρόνιοι ασθενείς εξακολουθούν να κατευθύνονται -υποχρεωτικά- προς τη συγκεκριμένη ειδικότητα, μέσω κανονισμών και περιορισμών του Συστήματος, παρότι σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσαν να παρακολουθούνται αποτελεσματικά από τους προσωπικούς τους γιατρούς.

Την ίδια στιγμή, οι προσωπικοί γιατροί δεν διαθέτουν το δικαίωμα να συνταγογραφούν ορισμένες εργαστηριακές και διαγνωστικές εξετάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στην έγκαιρη και ασφαλή διάγνωση ή παρακολούθηση των ασθενών τους. Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται συχνά η ανάγκη παραπομπής σε άλλες ειδικότητες, αποκλειστικά για τη διενέργεια ή έγκριση συγκεκριμένων εξετάσεων, γεγονός που επιβαρύνει τη διαδρομή του ασθενούς, αυξάνει τους χρόνους αναμονής και ασκεί περαιτέρω πίεση σε ένα ήδη πιεσμένο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας.

Οι συγκεκριμένοι περιορισμοί, αν κάποιος θέλει να εξετάσει συνολικά το ζήτημα, δεν οδηγούν μόνο σε ταλαιπωρία γιατρών και ασθενών και σε αχρείαστη κινητικότητα εντός του Συστήματος. Ο ειδικός γιατρός στον οποίο ο ασθενής θα παραπεμφθεί για μια υπηρεσία που θα μπορούσε με ασφάλεια να λάβει από τον προσωπικό του γιατρό, θα καταχωρήσει απαίτηση για αποζημίωση από τον ΟΑΥ.

Θα ήταν παράλειψη να μην μπουν στην εξίσωση και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τον ΟΑΥ και επηρεάζουν τις τσέπες των δικαιούχων του Συστήματος.

Για παράδειγμα, στις ενδοσκοπήσεις ο Οργανισμός, εξαιτίας της διγλωσσίας γιατρών, αποφάσισε ότι οι υπηρεσίες αναισθησιολόγου δεν θα καλύπτονται από το ΓεΣΥ (εκτός συγκεκριμένων κριτηρίων). Αυτό βεβαίως οδηγεί σε ιδιωτική χρέωση των ασθενών, η οποία ξεπερνά τα €100.

Υπό αμφισβήτηση το σύνθημα «όλοι ίσοι, ανεξαρτήτως οικονομικής δυνατότητας»

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται και εφαρμόζονται αποφάσεις και πρακτικές πλήττει την έννοια της ισότητας μεταξύ των ασθενών.

Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα με τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό, τον οποίο ασθενείς συγκεκριμένων κατηγοριών έχουν ανάγκη.

Ο τρόπος με τον οποίο δίνονται οι επιλογές στους δικαιούχους, αυτομάτως τους διαχωρίζει σε αυτούς που έχουν την οικονομική δυνατότητα και επιλέγουν εξοπλισμούς τελευταίας τεχνολογίας, καταβάλλοντας συνεισφορές εκατοντάδων ευρώ και εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα και περιορίζονται σε φθηνότερες και ενδεχομένως παλαιότερης τεχνολογίας επιλογές.

Το συγκεκριμένο ζήτημα έχει ήδη τεθεί ενώπιον του ΟΑΥ, τόσο από τους οργανωμένους ασθενείς, όσο και από δικαιούχους του Συστήματος.

Τα πλεονάσματα εκατομμυρίων, η ασφάλεια και ο έλεγχος του Συστήματος

Η επέτειος των επτά χρόνων λειτουργίας του ΓεΣΥ προσφέρει ίσως την κατάλληλη αφορμή για έναν πιο ουσιαστικό απολογισμό.

Όχι έναν απολογισμό που θα περιορίζεται σε αριθμούς, οικονομικούς δείκτες και λογιστικά αποτελέσματα, αλλά μια συνολική αποτίμηση της πραγματικής εμπειρίας των πολιτών.

Η ιστορία του ΓεΣΥ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια βαθιά κοινωνική ανάγκη. Για δεκαετίες, η πρόσβαση στην υγεία στην Κύπρο χαρακτηριζόταν από ανισότητες. Η ποιότητα της περίθαλψης που μπορούσε να εξασφαλίσει κάποιος εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το εισόδημά του.

Για χιλιάδες πολίτες, μια σοβαρή ασθένεια μπορούσε να μετατραπεί ταυτόχρονα σε οικονομική καταστροφή. Το ΓεΣΥ ήρθε να ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα, καθιερώνοντας την αρχή ότι η υγεία αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα και όχι προνόμιο όσων έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν.

Τα αποτελέσματα αυτής της μεταρρύθμισης είναι ορατά. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο δικαιούχοι απέκτησαν καθολική πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Οι ιδιωτικές δαπάνες των νοικοκυριών για την υγεία περιορίστηκαν σημαντικά. Χιλιάδες άνθρωποι που προηγουμένως ανέβαλλαν εξετάσεις, θεραπείες ή επεμβάσεις λόγω κόστους απέκτησαν πρόσβαση σε υπηρεσίες που πλέον θεωρούν δεδομένες. Και πολλά σοβαρά προβλήματα διαγνώστηκαν και αντιμετωπίστηκαν έγκαιρα.

Η ένταξη ενδονοσοκομειακής φροντίδας, εξειδικευμένων φαρμάκων, μηχανισμών αποστολής ασθενών στο εξωτερικό και νέων θεραπευτικών επιλογών δημιούργησε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο που υπήρχε πριν από το 2019.

Ακριβώς για αυτό τον λόγο, η συζήτηση που αναπτύσσεται σήμερα δεν πρέπει να αφορά τη φιλοσοφία του Συστήματος. Το ΓεΣΥ αποτελεί κοινωνική κατάκτηση που πρέπει να προστατευθεί.

Εκείνο που πρέπει να συζητηθεί είναι ο τρόπος εφαρμογής του Συστήματος και κυρίως το κατά πόσο ορισμένες πρακτικές αρχίζουν να απομακρύνουν το Σύστημα από τον αρχικό του προσανατολισμό.

Στην καρδιά αυτής της συζήτησης βρίσκεται η έννοια της βιωσιμότητας. Τα τελευταία χρόνια η λέξη αυτή έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις στον δημόσιο διάλογο. Πολιτικοί, οικονομολόγοι, οργανωμένα σύνολα και διάφοροι φορείς επαναλαμβάνουν διαρκώς την ανάγκη διασφάλισης της βιωσιμότητας του ΓεΣΥ.

Πρόκειται ασφαλώς για μια θεμιτή ανησυχία. Κανένα σύστημα υγείας δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά εάν τα οικονομικά του δεν είναι υγιή.

Το πρόβλημα όμως αρχίζει, και ήδη άρχισε να αναπτύσσεται, όταν η βιωσιμότητα μετατρέπεται από μέσο σε στόχο.

Όταν δηλαδή η συζήτηση παύει να αφορά το πώς θα χρησιμοποιηθούν οι διαθέσιμοι πόροι για τη βελτίωση των υπηρεσιών και περιορίζεται στο πώς θα διατηρηθούν ή θα αυξηθούν τα πλεονάσματα για να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα.

Στην τελευταία ανακοίνωση του ΟΑΥ, με αφορμή την έβδομη επέτειο από την εφαρμογή του, αναφερόταν:

«Με βάση τις μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για το 2025, το αποθεματικό του Ταμείου του ΟΑΥ ανήλθε στα 787 εκατ. ευρώ, καλύπτοντας δαπάνες περίπου 4,8 μηνών, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, το οποίο ανέρχεται σε δαπάνες 3 μηνών».

Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να λαμβάνονται αποφάσεις που χαρακτηρίζονται από υπερβολική επιφυλακτικότητα όσον αφορά την επέκταση ή την ενίσχυση υπηρεσιών προς τους ασθενείς.

Αυτή η προσέγγιση έχει αρχίσει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ΟΑΥ λειτουργεί περισσότερο με τη λογική μιας ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας παρά ενός οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο μοντέλα είναι θεμελιώδης. Μια ιδιωτική ασφαλιστική επιδιώκει να περιορίζει τις δαπάνες ώστε να μεγιστοποιεί το οικονομικό της αποτέλεσμα. Ένα κοινωνικό σύστημα υγείας, αντίθετα, οφείλει να διατηρεί μεν οικονομική ισορροπία, αλλά ταυτόχρονα να αξιοποιεί τους διαθέσιμους πόρους για να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερες ανάγκες των πολιτών/ασθενών.

Η ανάγκη αντιμετώπισης των καταχρήσεων υπήρξε από την πρώτη μέρα λειτουργίας του Συστήματος ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν τον ΟΑΥ. Και δικαίως. Ένα τόσο μεγάλο και σύνθετο σύστημα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς ελέγχους.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι η ύπαρξη ελέγχων. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτοί εφαρμόζονται.

Οι έλεγχοι επιβάλλεται να λειτουργούν στοχευμένα. Να είναι, όπως τόνισε πρόσφατα και εκπρόσωπος της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου, «πιο έξυπνοι».

Η φιλοσοφία που φαίνεται να επικράτησε τα τελευταία χρόνια βασίζεται συχνά σε οριζόντιους περιορισμούς, οι οποίοι επηρεάζουν το σύνολο των δικαιούχων και των παρόχων και αντί να στοχεύουν εκείνους που πραγματικά καταχρώνται του Συστήματος, επιβαρύνουν εξίσου τους σωστούς επαγγελματίες και τους ασθενείς που έχουν πραγματική ανάγκη.

Η πραγματική πρόκληση λοιπόν της επόμενης περιόδου δεν είναι να αλλάξει η φιλοσοφία του ΓεΣΥ. Είναι να επανέλθει η φιλοσοφία του στο επίκεντρο των αποφάσεων.

Να θυμηθούν όλοι όσοι διαχειρίζονται το Σύστημα ότι ο τελικός σκοπός δεν είναι η συσσώρευση πλεονασμάτων. Ο σκοπός είναι η παροχή υπηρεσιών υγείας στους ανθρώπους που τις έχουν ανάγκη. Το Ταμείο του ΓεΣΥ διαθέτει και πρέπει να διαθέτει τα ασφαλή αποθέματα που θα μας βγάλουν από μια δύσκολη θέση όταν βρεθούμε σε καταστάσεις κρίσεων.

Όμως, για να σταματήσουν να καταβάλλονται εισφορές στο Ταμείο του ΓεΣΥ, από δικαιούχους, εργοδότες, ιδιώτες και δημόσιο, πρέπει στην ουσία να «κλείσει» η χώρα. Ακόμα και για αυτό το απομακρυσμένο και ενδεχομένως απίθανο ενδεχόμενο πρέπει να διαθέτουμε τα απαραίτητα αποθέματα.

Η διεθνής πρακτική λέει για αποθέματα που να είναι αρκετά για να καλυφθούν οι ανάγκες τριών μηνών. Το Ταμείο διαθέτει ήδη πολύ περισσότερα.

Για να μην προκύψουν παρεξηγήσεις, ουδείς υποστηρίζει ότι πρέπει ο ΟΑΥ να ανοίξει το τσουβάλι και να δίνει χρήματα με τη σέσουλα. Το Ταμείο του ΓεΣΥ είναι ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός όλων μας και χρειάζεται προστασία.  

Όταν όμως ο δικαιούχος επιβεβαιωμένα χρειάζεται δύο ή τρεις ακόμα φυσιοθεραπείες πέραν από τις 12 + 12 ή τις 6+6 που σήμερα καλύπτονται, δεν μπορούμε να του τις στερούμε.

Όταν ο ηλικιωμένος με άνοια χρειάζεται τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα επίσκεψη από νοσηλευτή, δεν μπορούμε να του λέμε ότι δικαιούσαι τόσες και με επέκταση άλλες τόσες και τελείωσε.

Όταν ο ασθενής χρειάζεται εξειδικευμένο εξοπλισμό, δεν μπορούμε να του λέμε αν έχεις πλήρωσε €400 συνεισφορά και πάρε την τελευταία τεχνολογία και αν δεν έχεις περιορίσου στον εξοπλισμό των €70.

Όταν ο ασθενής χρειάζεται υπηρεσίες αποκατάστασης πρέπει να τις λαμβάνει χωρίς να σκεφτόμαστε ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν μας ενέκρινε όλα τα κονδύλια που ζητήσαμε.

Ο ΟΑΥ εξάλλου δεν έμεινε ποτέ μόνος όταν χρειάστηκε στήριξη, διεκδικώντας υπηρεσίες και χρήματα για τους πολίτες. Έτσι κι αλλιώς, δεν τα διεκδικεί από το ταμείο του κράτους αλλά από το Ταμείο στο οποίο όλοι εισφέρουμε κάθε μήνα για την Υγεία μας.

Το ΓεΣΥ δεν χρειάζεται αλλαγές στη δομή, την αρχιτεκτονική και τη φιλοσοφία του. Νοικοκύρεμα και στόχευση με επίκεντρο τον ασθενή χρειάζεται. Αυτή η συζήτηση μάλλον ήρθε η ώρα να ανοίξει.