Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σε νοσοκομείο του Γενικού Συστήματος Υγείας και του στοίχισε ακριβά. Μετά την επέμβαση παρουσίασε έντονο πόνο και πολύ ψηλή αρτηριακή πίεση με αποτέλεσμα να χρειαστεί να παραμείνει σε νοσηλεία για τρία 24ωρα.
Ο γιατρός του, όπως ο ίδιος ο ασθενής ανέφερε στο Παρατηρητήριο Δικαιωμάτων των Ασθενών, τον ενημέρωσε ότι ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας καλύπτει μόνο ένα 24ωρο νοσηλείας για τη συγκεκριμένη επέμβαση και ως εκ τούτου ο ίδιος θα έπρεπε να πληρώσει για τις δύο επιπρόσθετες ημέρες. Ο λογαριασμός έφθασε τα €400, τα οποία βεβαίως και ο ασθενής κατέβαλε από την τσέπη του.
Μετά το εξιτήριο του επικοινώνησε με την Ομοσπονδία Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου ζητώντας καθοδήγηση για τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί προκειμένου να πάρει πίσω τα χρήματα που έδωσε.
Η ΟΣΑΚ, όπως πληροφορούμαστε, αποτάθηκε στον ΟΑΥ ζητώντας εξηγήσεις, χωρίς ωστόσο να τύχει ανταπόκρισης. «Αυτή η περίπτωση είναι ιδιαίτερα σοβαρή και πρέπει, χωρίς καμία άλλη καθυστέρηση, ο ΟΑΥ να προχωρήσει σε λεπτομερή διερεύνησή της», ανέφερε στον «Φ» ο εκπρόσωπος Τύπου της ΟΣΑΚ, Δημήτρης Λαμπριανίδης. «Από τη μια έχουμε το νοσηλευτήριο/πάροχο του ΓεΣΥ που φέρεται να χρέωσε δικαιούχο του Συστήματος και από την άλλη έχουμε τον ασθενή, δικαιούχο του ΓεΣΥ, ο οποίος υποχρεώθηκε και αποδέχθηκε την καταβολή των €400 για τις δύο επιπρόσθετες ημέρες νοσηλείας του». Πρώτα, είπε, «να ξεκαθαρίσουμε ότι ο ασθενής δεν πρέπει να επιβαρύνεται με το οποιοδήποτε ποσό όταν χρειάζεται και λαμβάνει υπηρεσίες μέσω του Συστήματος και με βάση αυτό, πρέπει να δούμε και τα υπόλοιπα δεδομένα».
«Ο ΟΑΥ, εφαρμόζει το σύστημα των Ομοιογενών Διαγνωστικών Κατηγοριών (DRG). Μέσω αυτού, για κάθε ενδονοσοκομειακή πράξη καθορίζεται και ο χρόνος νοσηλείας. Στο πλαίσιο των περιορισμών που επιβάλλει ο Οργανισμός με στόχο τη συγκράτηση πιθανών καταχρήσεων, όταν ξεπεραστεί ο καθορισμένος χρόνος νοσηλείας καταβάλλει μικρότερες αποζημιώσεις. Ως εκ τούτου δεν είναι συμφέρον για τα νοσηλευτήρια να παρατείνουν τη νοσηλεία των ασθενών».
Το γεγονός αυτό όμως, τόνισε, «δεν είναι δυνατό να λειτουργεί τιμωρητικά προς τον ασθενή. Είναι αδιανόητο να καλείται ο ασθενής να πληρώσει από την τσέπη του τα σπασμένα».
Στην περίπτωση που ο θεράπων ιατρός, «κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος παράτασης της νοσηλείας αλλά ο ασθενής επιμένει, τότε πρέπει να εκδίδεται εξιτήριο. Σε διαφορετική περίπτωση παραβιάζεται ο νόμος και ίσως και η φιλοσοφία του ίδιου του ΓεΣΥ».
Γι’ αυτό τον λόγο «και εμείς ως ΟΣΑΚ λέμε ότι ο ΟΑΥ οφείλει και να διερευνήσει και να επαναξιολογήσει κάποιες πρακτικές που εφαρμόζει, διότι όπως διαπιστώνουμε, ολοένα και περισσότερο, το τελευταίο διάστημα, στη βάση αυτών των πρακτικών άρχισαν να εμφανίζονται φαινόμενα που στρεβλώνουν και τη φιλοσοφία και τον χαρακτήρα του Συστήματος και για εμάς κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, είτε γίνεται από τον οποιονδήποτε πάροχο, είτε δικαιούχο, είτε εμμέσως και από τον ίδιο τον Οργανισμό».
Δεύτερο παράπονο, το οποίο υποβλήθηκε στο Παρατηρητήριο Δικαιωμάτων των Ασθενών της ΟΣΑΚ, αφορά την οικονομική επιβάρυνση δικαιούχου εντός ΓεΣΥ. Στην περίπτωση αυτή, ο πολίτης ανέφερε ότι «ενώ τους προηγούμενους μήνες είχε πραγματοποιήσει επισκέψεις σε ειδικούς ιατρούς, οι γιατροί δεν έχουν υποβάλει τις σχετικές απαιτήσεις για αποζημίωση προς το Σύστημα, με αποτέλεσμα, οι συγκεκριμένες επισκέψεις να μην έχουν συνυπολογιστεί στο συνολικό ποσό των συμπληρωμών που έχει καταβάλει για το έτος και θα είχε φθάσει κανονικά την οροφή των €150». Εξαιτίας της καθυστέρησης, ανέφερε, «συνεχίζει να καταβάλλει συμπληρωμές για επισκέψεις και εξετάσεις».
Αναφέρεται ότι λόγω των περιορισμών που εφαρμόζει ο ΟΑΥ στον αριθμό των επισκέψεων που πραγματοποιούν οι γιατροί, αρκετοί γιατροί καθυστερούν να υποβάλουν τις απαιτήσεις τους και τις μεταφέρουν στις καταχωρήσεις του επόμενου μήνα προκειμένου να αποφύγουν τις αποκοπές.
«Όταν αποφασίζονται και εφαρμόζονται περιορισμοί και κανόνες», ανέφερε ο κ. Λαμπριανίδης, «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι πιθανές επιπτώσεις στους ασθενείς. Και αυτό το ζήτημα πρέπει να μελετηθεί από τον ΟΑΥ ώστε να καθοριστούν και τρόποι ασφάλειας για τους δικαιούχους οι οποίοι, χωρίς να ευθύνονται για κάτι, πληρώνουν, ενώ κανονικά δεν θα έπρεπε».