Η μείωση των επιτοκίων στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια τον Απρίλιο, σε σχέση με τον Μάρτιο αλλά και ένα χρόνο πριν, δεν φαίνεται να τόνωσε τη ζήτηση, με την αγορά να παραμένει επηρεασμένη για δεύτερο μήνα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, που προκαλούν ανασφάλεια, αλλά και ανησυχία για πιθανή επιβράδυνση της οικονομίας.

Το θετικό στοιχείο είναι ότι τον Απρίλιο το μέσο επιτόκιο αγοράς για νέα στεγαστικά δάνεια μειώθηκε στο 3,73%, σε σύγκριση με 3,86% τον προηγούμενο μήνα και 3,78% τον Απρίλιο του 2025. Το κόστος δανεισμού για στεγαστικά δάνεια είναι σαφώς χαμηλότερο από το 2024, όταν το μέσο επιτόκιο για αγορά κατοικίας ήταν 4,70%.

H Kεντρική Τράπεζα σημειώνει ότι, το χαρτοφυλάκιο των στεγαστικών δανείων αποτελείται από διάφορα είδη τέτοιων δανείων, όπως π.χ. δάνεια για πρώτη κατοικία, για εξοχικό κλπ., τα οποία φέρουν διαφορετικό ρίσκο και επιτόκιο. Η σύσταση του εν λόγω χαρτοφυλακίου μεταβάλλεται από μήνα σε μήνα, με αποτέλεσμα το ύψος του σταθμικού μέσου επιτοκίου να επηρεάζεται από την πιο πάνω μεταβολή, ανεξαρτήτως από τις αυξήσεις ή τις μειώσεις των επιτοκίων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τα καθαρά νέα δάνεια για αγορά κατοικίας παρουσίασαν μείωση στα €106,0 εκατ., σε σύγκριση με €142,8 εκατ. τον προηγούμενο μήνα.

Καλά είναι τα νέα και για το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων. Το επιτόκιο που αφορά δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά μέχρι €1 εκατ. μειώθηκε στο 4,20%, σε σύγκριση με 4,40% τον προηγούμενο μήνα και 4,65% τον Απρίλιο 2025.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, τα καθαρά νέα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά μέχρι €1 εκατ. σημείωσαν μείωση στα €39,4 εκατ., σε σύγκριση με €54,7 εκατ. τον προηγούμενο μήνα. Το επιτόκιο που αφορά δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά άνω του €1 εκατ. κατέγραψε μείωση στο 4,08%, σε σύγκριση με 4,10% τον προηγούμενο μήνα και 4,13% τον Απρίλιο 2025. Τα καθαρά νέα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά άνω του €1 εκατ. κατέγραψαν μείωση στα €156,8 εκατ.   σε σύγκριση με €266,9 εκατ. τον προηγούμενο μήνα.

Το θέμα είναι τι γίνεται από τις  11 Ιουνίου, καθώς οι αγορές θεωρούν σχεδόν βέβαιη μια νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα,  λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων, την αναζωπύρωση των ενεργειακών κινδύνων και τους φόβους για ένα νέο πληθωριστικό κύμα. Για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, που έχουν δάνειο ή θέλουν να πάρουν, η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι θα πιεστούν, καθώς θα αυξηθούν οι δόσεις. Ωστόσο, για τις τράπεζες το ίδιο περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την κερδοφορία τους, καθώς μια νέα αύξηση των επιτοκίων εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τόκους.

Η κερδοφορία των τραπεζών συνεχίζει να υποστηρίζεται, καθώς η απόσταση ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και στην απόδοση των καταθέσεων παρέμεινε σχεδόν σταθερή τον Απρίλιο του 2026, αναδεικνύοντας τη συνεχιζόμενη ασυμμετρία με την οποία μεταφέρονται οι μεταβολές των επιτοκίων στην πραγματική οικονομία.

Ελάχιστη αύξηση για καταθέσεις

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, το επιτόκιο για καταθέσεις προθεσμίας έως ενός έτους από νοικοκυριά σημείωσε αύξηση τον Απρίλιο στο 1,20%, σε σύγκριση με 1,18% τον προηγούμενο μήνα. Το αντίστοιχο επιτόκιο για καταθέσεις από μη χρηματοοικονομικές εταιρείες παρουσίασε μείωση στο 1,23%, σε σύγκριση με 1,39% τον προηγούμενο μήνα.

Η Κεντρική Τράπεζα αποδίδει τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων, μεταξύ άλλων, στην υψηλή ρευστότητα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στις υψηλότερες της Ευρωζώνης (ενδεικτικά, ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2026 διαμορφώθηκε στο 326,7%, σε σύγκριση με τον διάμεσο 186% και τον μέσο όρο 163% στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Δεκέμβριο 2025 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία), καθώς και στην μικρή εμβέλεια της τραπεζικής αγοράς της Κύπρου.

Η έκθεση καταγράφει επίσης σημαντική μείωση του ποσοστού των νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ή με αρχική περίοδο σταθερού επιτοκίου έως ενός έτους.

Το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 15,4% τον Απρίλιο του 2026 από σχεδόν 100% στις αρχές του 2022 και βρίσκεται κοντά στον διάμεσο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 17%. Παράλληλα, το ποσοστό των νέων δανείων προς νοικοκυριά και μη χρηματοοικονομικές εταιρείες που χορηγούνται με κυμαινόμενο επιτόκιο μειώθηκε στο 55,5%, από σχεδόν 100% στις αρχές του 2022, παραμένοντας χαμηλότερο από τον διάμεσο της ευρωζώνης.