Τα συνολικά δημοσιονομικά στοιχεία της ζώνης του ευρώ περιέχουν σημαντικές αποκλίσεις που παρατηρούνται στις δημοσιονομικές επιδόσεις των κρατών-μελών τα τελευταία χρόνια. Περίπου οι μισές χώρες της ζώνης του ευρώ, μεταξύ των οποίων και οι πέντε χώρες που έλαβαν χρηματοδοτική στήριξη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (Κύπρος, Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία) έχουν επιτύχει ουσιαστική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών τους μετά την πανδημία, μειώνοντας το δημόσιο χρέος και περιορίζοντας τα δημοσιονομικά ελλείμματα, όπως αναφέρεται στην έκθεση Euro Area Stability Watch 2026 που δημοσίευσε χθες ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM).
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την έκθεση, οφείλεται κυρίως στην ισχυρή οικονομική ανάκαμψη και στην αύξηση των φορολογικών εσόδων. Η βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης αυτών των κρατών αποτυπώνεται τόσο στις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης όσο και στη συνεχή μείωση των περιθωρίων απόδοσης (spreads) των κρατικών ομολόγων τους έναντι των αντίστοιχων γερμανικών ομολόγων.
Αντίθετα, επισημαίνεται, οι υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ, συμπεριλαμβανομένων αρκετών οικονομιών του ευρωπαϊκού πυρήνα, αντιμετώπισαν μεγαλύτερες δυσκολίες στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών τους. Οι προκλήσεις αυτές συνδέονται κυρίως με τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης για αμυντικές δαπάνες και επενδύσεις σε υποδομές, καθώς και με την άνοδο των πληρωμών τόκων λόγω του υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Αναφέρεται, ειδικότερα, ότι η ζώνη του ευρώ εισέρχεται σε αυτή τη νέα περίοδο έχοντας επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις πρόσφατες κρίσεις, αλλά με μικρότερα περιθώρια απορρόφησης νέων κραδασμών. Η απασχόληση βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, τα περιθώρια απόδοσης (spreads) των κρατικών ομολόγων παραμένουν περιορισμένα, οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και οι κοινοί ευρωπαϊκοί μηχανισμοί στήριξης είναι ισχυρότεροι σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αυτή δεν είναι δεδομένη, καθώς τα παραπάνω πλεονεκτήματα συνυπάρχουν με σημαντικές αδυναμίες.
Οι βασικοί κίνδυνοι
Πρώτον, ο δημοσιονομικός χώρος περιορίζεται σταδιακά, εν μέρει λόγω των αυξημένων αναγκών για αμυντικές δαπάνες. Δεύτερον, η περιοχή εξακολουθεί να είναι διαρθρωτικά εκτεθειμένη σε διαταραχές των τιμών της ενέργειας που απορρέουν από τις γεωπολιτικές εντάσεις. Τέτοιες διαταραχές αυξάνουν τον πληθωρισμό και την αβεβαιότητα, επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα και τις επενδύσεις και ενδέχεται να προκαλέσουν μακροχρόνιες αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα.
Τέλος, οι στενοί χρηματοοικονομικοί δεσμοί με τις Ηνωμένες Πολιτείες καθιστούν τους Ευρωπαίους επενδυτές ευάλωτους σε μια πιθανή ανατιμολόγηση των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και των μετοχών. Η αυξανόμενη πολιτική αβεβαιότητα, οι μακροπρόθεσμες ανησυχίες για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα των ΗΠΑ και οι υψηλές αποτιμήσεις των μετοχών, που στηρίζονται στις προσδοκίες για κέρδη από εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια αιφνίδια διόρθωση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων με αφετηρία τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το δυσμενές σενάριο
Το πρώτο κεφάλαιο της έκθεσης καταδεικνύει ότι, υπό το δυσμενές σενάριο που εξετάζεται, η οικονομία της ζώνης του ευρώ θα μπορούσε να εισέλθει σε ύφεση, ενώ ο πληθωρισμός θα μπορούσε να προσεγγίσει το 5%. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη τυχόν αντιδράσεις της νομισματικής πολιτικής ή διακριτικές παρεμβάσεις της δημοσιονομικής πολιτικής.
Οι επενδύσεις αναμένεται να δεχθούν ισχυρό πλήγμα, οι εξαγωγές να υποχωρήσουν και οι απώλειες στην οικονομική δραστηριότητα να έχουν μόνιμο χαρακτήρα, με το πραγματικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) να παραμένει περίπου κατά 2% χαμηλότερο από το βασικό σενάριο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σε ένα δυσμενές σενάριο με παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις και απότομη ανατιμολόγηση των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων, η ζώνη του ευρώ προσεγγίζει την ύφεση, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται.
Ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης υποχωρεί στο 0,1% και ο πληθωρισμός αυξάνεται κατά μέσο όρο στο 3,6% την περίοδο 2026-2027. Μπορεί να πλησιάσει και το 5%. Μακροπρόθεσμα, η παρατεταμένη αβεβαιότητα και οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα, οδηγώντας σε μόνιμες απώλειες παραγωγής.