Η συζήτηση για την επαναφορά του συνεργατικού τραπεζικού θεσμού στην Κύπρο αποκτά νέα δυναμική, δεκατρία χρόνια μετά την τραπεζική κρίση και οκτώ χρόνια μετά το τέλος του Συνεργατισμού.

Το ενδιαφέρον αναζωπυρώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες εκφράζουν προβληματισμό για τον περιορισμένο ανταγωνισμό στον τραπεζικό τομέα, τις χαμηλές αποδόσεις των καταθέσεων και το υψηλό κόστος δανεισμού για ορισμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή και για νοικοκυριά.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο μπορεί να δημιουργηθεί ένας νέος συνεργατισμός, χωρίς να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος. Στην Κύπρο μπορεί να κατέρρευσε ο συνεργατισμός, αλλά στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά ο ρόλος του είναι πολύ σημαντικός, με βάση τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει ο Φιλελεύθερος.

Σύμφωνα με την European Association of Co-operative Banks, σήμερα λειτουργούν περίπου 2.400 συνεργατικές τράπεζες στην Ευρώπη, με περισσότερα από 91 εκατομμύρια μέλη, 228 εκατομμύρια πελάτες και περίπου 747.000 εργαζομένους.

Το μερίδιό τους στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά προσεγγίζει το 20%, γεγονός που τις καθιστά έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σημαντικό είναι επίσης το στοιχείο ότι έχουν αυξήσει τη χρηματοδότηση προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις και διατήρησαν δείκτη βασικών κεφαλαίων (Tier 1) που ξεπερνά το 19%, επίπεδο ιδιαίτερα υψηλό για τον τραπεζικό κλάδο.

Δυναμική παρουσία

Σε αντίθεση με όσα συχνά συζητούνται στην Κύπρο, οι συνεργατικές τράπεζες στην Ευρώπη δεν αποτελούν ένα ξεπερασμένο μοντέλο και έχουν σημαντικό ρόλο στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Φινλανδία συγκαταλέγονται στις ισχυρότερες τράπεζες των οικονομιών τους.

Σε γενικές γραμμές, οι συνεργατικές τράπεζες είναι ισχυρότερες σε πέντε χώρες:

• Στη Γαλλία (Crédit Agricole, BPCE, Crédit Mutuel) ελέγχουν περίπου το 60% της αγοράς λιανικής τραπεζικής.

• Στην Αυστρία (Raiffeisen) καλύπτουν περίπου το ένα τρίτο της αγοράς.

• Στην Ιταλία (Banche di Credito Cooperativo) έχουν περίπου το ένα τρίτο της αγοράς σε πολλές κατηγορίες τραπεζικών εργασιών.

• Στη Φινλανδία (OP Financial Group) ελέγχουν περίπου το ένα τρίτο της αγοράς.

• στην Ολλανδία (Rabobank), τα συνεργατικά διατηρουν κυρίαρχη θέση κυρίως στη γεωργική χρηματοδότηση και ισχυρή παρουσία στις καταθέσεις.

Τοπικός χαρακτήρας και ισχυρή βάση

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι ότι τρεις από τους μεγαλύτερους συνεργατικούς τραπεζικούς ομίλους της Ευρώπης -η Crédit Agricole, η BPCE και η Rabobank- συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγαλύτερων τραπεζών της Ευρώπης, γεγονός που δείχνει ότι το συνεργατικό μοντέλο μπορεί να συνδυάζει τοπικό χαρακτήρα με μεγάλη κλίμακα και ισχυρή κεφαλαιακή βάση.

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι συνεργατικές τράπεζες έχουν ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων: Γαλλία: πάνω από 50%, Ολλανδία: περίπου 39%, Φινλανδία: περίπου 38%, Γερμανία: περίπου 32%.

Δεν υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία για συνολικό μερίδιο αγοράς των συνεργατικών τραπεζών για όλες τις χώρες κάθε χρόνο, γιατί ορισμένες μετρούν μερίδιο σε καταθέσεις, άλλες σε δάνεια ή σε τραπεζικά περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, τα πιο πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνεργατικών Τραπεζών (EACB) και σχετικές μελέτες, δίνουν μια πολύ καλή εικόνα.

Στη Γαλλία, το εκτιμώμενο μερίδιο στις καταθέσεις είναι περίπου 60% και στα δάνεια 59%, στην Αυστρία 35% στις καταθέσεις και 34% στα δάνεια, στην Ιταλία περίπου 33% στις καταθέσεις και δάνεια, στην Φιλανδία 34% στις καταθέσεις και 33% στα δάνεια, στη Δανία 32%, στην Ολλανδία 36% στις καταθέσεις και 19% στα στεγαστικά δάνεια, στην Γερμανία 21% στις καταθέσει και 23% στα στεγαστικά.

Στην τραπεζική αγορά της Πορτογαλίας και της Ισπανίας ο συνεργατισμός έχει μικρότερη συμβολή, με μερίδιο 12% και 7% αντίστοιχα, στο Βέλγιο είναι επίσης περιορισμένη η παρουσία του, όπως και στην Ελλάδα.

Η επιτυχία δεν είναι ίδια

Οι ειδικοί αποδίδουν την επιτυχία των συνεργατικών τραπεζών στην Ευρώπη σε τέσσερις βασικούς παράγοντες: επαγγελματική και ανεξάρτητη διοίκηση, αυστηρή εποπτεία και εσωτερικοί έλεγχοι, συντηρητική πολιτική χορηγήσεων, συνεργασία μεταξύ των τοπικών συνεταιριστικών τραπεζών μέσω ισχυρών κεντρικών οργανισμών.

Το συνεταιριστικό μοντέλο δεν βασίζεται στη μεγιστοποίηση των κερδών για τους μετόχους, αλλά στην εξυπηρέτηση των μελών και των τοπικών κοινωνιών, διατηρώντας υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας.

Στην Κύπρο, ο Συνεργατισμός ακολούθησε διαφορετική τροχιά. Μετά την οικονομική κρίση, αποκαλύφθηκε ότι είχε συσσωρεύσει πολύ υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων. Παράγοντες που συνέβαλαν στην επιδείνωση της κατάστασης ήταν η χαλαρή πολιτική δανεισμού προηγούμενων ετών, αδυναμίες στην εταιρική διακυβέρνηση, ανεπαρκείς μηχανισμοί ελέγχου και οι επιπτώσεις της γενικότερης οικονομικής κρίσης.

Το κράτος προχώρησε σε ανακεφαλαιοποίηση του συνεργατικού τομέα, όμως η προσπάθεια εξυγίανσης δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το 2018 το υγιές τραπεζικό χαρτοφυλάκιο μεταφέρθηκε στην Ελληνική Τράπεζα, ενώ τα προβληματικά δάνεια πέρασαν στην ΚΕΔΙΠΕΣ.

Οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η κυπριακή περίπτωση δεν αποτελεί απόδειξη αποτυχίας του συνεργατικού μοντέλου. Αντίθετα, οι επιδόσεις των συνεργατικών τραπεζών στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και την Αυστρία δείχνουν ότι το μοντέλο μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο όταν συνοδεύεται από ισχυρή εταιρική διακυβέρνηση, αποτελεσματική εποπτεία και αυστηρή διαχείριση κινδύνων. Η κυπριακή εμπειρία θεωρείται περισσότερο αποτέλεσμα συγκεκριμένων αδυναμιών στη διοίκηση, στις πιστοδοτήσεις και στη διαχείριση της κρίσης, παρά μειονέκτημα του συνεργατικού τραπεζικού θεσμού.

Εποπτεία του συνεργατισμού όπως στις άλλες τράπεζες

Οι συνεργατικές τράπεζες στην Ευρώπη υπόκεινται στο ίδιο ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο με όλες τις υπόλοιπες τράπεζες. Οι μεγάλοι συνεργατικοί όμιλοι εποπτεύονται απευθείας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), ενώ οι μικρότερες από τις εθνικές εποπτικές αρχές υπό τον συντονισμό της ΕΚΤ.

Οι κανόνες για την κεφαλαιακή επάρκεια, τη διαχείριση κινδύνων, την εταιρική διακυβέρνηση και την προστασία των καταθετών είναι οι ίδιοι με εκείνους που εφαρμόζονται στις εμπορικές τράπεζες.

Οι μικρότερες συνεργατικές τράπεζες εποπτεύονται καθημερινά από τις εθνικές εποπτικές αρχές (τις κεντρικές τράπεζες ή άλλες αρμόδιες αρχές), αλλά υπό τη γενική εποπτεία και τον συντονισμό της ΕΚΤ.

Στη Γερμανία η εποπτεία ασκείται από τη BaFin σε συνεργασία με την Bundesbank, στη Γαλλία από την Autorité de contrôle prudentiel et de résolution (ACPR), στην Ολλανδία από την De Nederlandsche Bank. Να σημειώσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (European Banking Authority) δεν εποπτεύει απευθείας τράπεζες.

Ο ρόλος της είναι να  εκδίδει ενιαίους εποπτικούς κανόνες για όλα τα κράτη-μέλη, διασφαλίζει ότι εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο, συντονίζει τις πανευρωπαϊκές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests).

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι το συνεργατικό τραπεζικό μοντέλο δεν αποτελεί κατάλοιπο του παρελθόντος. Αντίθετα, εξακολουθεί να αναπτύσσεται και να θεωρείται σημαντικός πυλώνας του τραπεζικού συστήματος.

Για την Κύπρο, η συζήτηση δεν αφορά την αναβίωση του παλιού Συνεργατισμού, αλλά το κατά πόσο μπορεί να δημιουργηθεί ένας νέος συνεργατικός τραπεζικός οργανισμός, προσαρμοσμένος στις σύγχρονες ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Η επιτυχία του δεν θα εξαρτηθεί από τη μορφή του, αλλά από τη διοίκηση, τη διαφάνεια, την κεφαλαιακή του επάρκεια και την ικανότητά του να λειτουργεί με τους ίδιους αυστηρούς κανόνες που ισχύουν για κάθε ευρωπαϊκή τράπεζα.