Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η συζήτηση για τη φορολόγηση των αυξημένων κερδών των τραπεζών επιστρέφει δυναμικά στην Ευρώπη, με την Ιταλία να βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο. Ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης και ηγέτης της Λέγκας, Ματέο Σαλβίνι, εισηγείται εισφορά περίπου 5% ετησίως για τρία χρόνια στα κέρδη των δέκα μεγαλύτερων ιταλικών τραπεζών, στο πλαίσιο της συζήτησης για τον προϋπολογισμό του 2027. Επικαλέστηκε, επίσης, τα αποτελέσματα των δύο μεγαλύτερων ιταλικών τραπεζών, Intesa Sanpaolo και UniCredit, οι οποίες εμφάνισαν συνδυασμένα κέρδη σχεδόν 12 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο. Κατά τον ίδιο, η επίδοση αυτή παραπέμπει σε ετήσια κέρδη άνω των 24 δισ. ευρώ.

Η νέα εισφορά, όπως διευκρίνισε, θα αφορά αποκλειστικά τους μεγάλους τραπεζικούς ομίλους και όχι τις μικρότερες τοπικές τράπεζες. Η αντιπαράθεση αποκτά πλέον νέο ενδιαφέρον, καθώς η Ευρώπη επανέρχεται στο θέμα. Η πρόταση Σαλβίνι στην Ιταλία, οι προηγούμενες παρεμβάσεις σε άλλα κράτη-μέλη και η νέα πρόταση του ΑΚΕΛ στην Κύπρο δείχνουν ότι η φορολόγηση της τραπεζικής κερδοφορίας παραμένει ανοικτό πολιτικό και οικονομικό ζήτημα.

Η Κύπρος βρίσκεται έτσι σε μια ιδιότυπη θέση. Ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη εφαρμόσει διαφορετικές μορφές έκτακτης επιβάρυνσης στις τράπεζες και η συζήτηση επανέρχεται σε χώρες όπως η Ιταλία, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει υιοθετήσει αντίστοιχο μέτρο. Το ΑΚΕΛ υποστηρίζει, μάλιστα, ότι η Κύπρος είναι μεταξύ των ελάχιστων κρατών-μελών που δεν προχώρησαν σε τέτοια παρέμβαση. Σημειώνεται ότι χώρες όπως η Ισπανία και η Ουγγαρία έχουν ήδη επιβάλει έκτακτους φόρους στον τραπεζικό κλάδο.

Η νέα συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το κατά πόσο οι τράπεζες πρέπει να φορολογηθούν περισσότερο. Αφορά και το ποιο μέρος της αυξημένης κερδοφορίας θεωρείται «υπερκέρδος», ποιος θα επωμιστεί τελικά το κόστος και πώς θα αξιοποιηθούν τα έσοδα. Το επόμενο επεισόδιο της συζήτησης στην Κύπρο αναμένεται να κριθεί όχι μόνο από την πορεία της νέας πρότασης του ΑΚΕΛ στη Βουλή, αλλά και από το κατά πόσο η νέα ευρωπαϊκή συζήτηση, με αφορμή την Ιταλία, θα αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό.

Η νέα πρόταση του ΑΚΕΛ παραμένει εκκρεμής ενώπιον της Βουλής, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη ημερομηνία για την ολοκλήρωση της συζήτησής της στην Επιτροπή Οικονομικών ή για την προώθησή της στην Ολομέλεια. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς η νέα ιταλική πρόταση του Σαλβίνι δίνει τώρα νέα πολιτική ώθηση στο κυπριακό ζήτημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κυπριακή πρόταση έχει ήδη προγραμματιστεί για ψήφιση.

Η ιταλική πρόταση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές τράπεζες συνεχίζουν να καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία. Η φορολόγηση των τραπεζών έχει εξελιχθεί σε επαναλαμβανόμενο θέμα για τον δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό της Ιταλίας, καθώς αναζητεί πρόσθετα έσοδα σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ζωής και δανεισμού, αλλά και άνοδο των τιμών των καυσίμων που συνδέεται με τον πόλεμο με το Ιράν. Η νέα πρόταση επαναφέρει σε ευρωπαϊκό επίπεδο το ερώτημα κατά πόσο μέρος των αυξημένων τραπεζικών κερδών θα πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία μέσω έκτακτης φορολόγησης ή άλλων εισφορών.

Διαφορετικά μοντέλα

Η συζήτηση δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Τα τελευταία χρόνια αρκετά κράτη-μέλη προχώρησαν σε ειδικές επιβαρύνσεις στον τραπεζικό τομέα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέτασε την εμπειρία των χωρών της Βαλτικής. Η Λιθουανία επέβαλε προσωρινή εισφορά στα αυξημένα καθαρά έσοδα από τόκους, η Λετονία επέλεξε τέλος επί των ενήμερων στεγαστικών δανείων, ενώ η Εσθονία ακολούθησε διαφορετικό μοντέλο, μέσω συμφωνίας με τις τράπεζες για έκτακτες διανομές.

Η εμπειρία αυτή έχει χρησιμοποιηθεί στη συζήτηση για το κατά πόσο τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να απειλείται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η Ιταλία έρχεται τώρα να προσθέσει τη δική της πρόταση, την ώρα που τα πέντε μεγαλύτερα τραπεζικά συγκροτήματα της χώρας κατέγραψαν συνολικά πάνω από 15 δισ. ευρώ καθαρά κέρδη μόνο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η μελέτη της Κομισιόν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ειδικοί φόροι δημιούργησαν ζητήματα δικαιοσύνης και στρεβλώσεων, αλλά δεν προκάλεσαν πρόβλημα τραπεζικής σταθερότητας στις συγκεκριμένες χώρες. Παράλληλα, οι τράπεζες σε ολόκληρη την ΕΕ χρηματοδοτούν τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων. Αυτό δεν αποτελεί φόρο, αλλά υποχρεωτική οικονομική επιβάρυνση του τραπεζικού τομέα και, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα συστήματα αυτά χρηματοδοτούνται από τις ίδιες τις τράπεζες και όχι από τους φορολογούμενους.

Στην Κύπρο η συζήτηση έχει ήδη γίνει

Στην Κύπρο, το ζήτημα της φορολόγησης των τραπεζικών υπερκερδών δεν είναι καινούργιο. Αντίθετα, αποτελεί τα τελευταία χρόνια ένα από τα πλέον έντονα σημεία πολιτικής αντιπαράθεσης. Το ΑΚΕΛ είχε καταθέσει το 2024 πρόταση για έκτακτο τέλος 5% στα υπερκέρδη των τραπεζών για τα έτη 2024 και 2025. Σύμφωνα με την πρόταση, στόχος ήταν να δημιουργηθούν πρόσθετα κρατικά έσοδα περίπου 50 εκατ. ευρώ ετησίως, τα οποία θα κατευθύνονταν στη στήριξη δανειοληπτών και στη στεγαστική πολιτική.

Η πρόταση οδηγήθηκε στην Ολομέλεια στις 12 Δεκεμβρίου 2024 και απορρίφθηκε οριακά. Η ψηφοφορία κατέληξε σε 25 ψήφους υπέρ, 25 κατά και τέσσερις αποχές, με την ισοψηφία να οδηγεί στην απόρριψη της πρότασης.

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν σταμάτησε με την ψηφοφορία του 2024. Τον Νοέμβριο του 2025 το ΑΚΕΛ επανήλθε με νέα πρόταση νόμου για έκτακτο τέλος αλληλεγγύης στα πιστωτικά ιδρύματα για τα φορολογικά έτη 2025 και 2026. Η νέα πρόταση είναι διαφορετικά διατυπωμένη από την προηγούμενη. Προβλέπει τέλος 20% επί του ποσού της αύξησης των καθαρών εσόδων από τόκους που υπερβαίνει το 40% σε σχέση με το αντίστοιχο επίπεδο του 2022.

Το ΑΚΕΛ υποστηρίζει ότι η μεγάλη αύξηση των επιτοκίων επιβάρυνε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την ώρα που οι τράπεζες είδαν τα καθαρά έσοδα από τόκους να αυξάνονται σημαντικά λόγω της διεύρυνσης του περιθωρίου μεταξύ δανειστικών και καταθετικών επιτοκίων.

Το ΕΛΑΜ κατέθεσε ξεχωριστή πρόταση για αύξηση του ειδικού φόρου που επιβάλλεται στις τράπεζες επί των συνολικών καταθέσεων. Συγκεκριμένα, πρότεινε την αύξηση του συντελεστή από 0,0375% σε 0,07%, με στόχο τη χρηματοδότηση κρατικών στεγαστικών προγραμμάτων.

Το επιχείρημα της σταθερότητας

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το ερώτημα εάν μια πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί τελικά να μετακυλιστεί στους πελάτες των τραπεζών, είτε μέσω υψηλότερων δανειστικών επιτοκίων είτε μέσω χαμηλότερων αποδόσεων στις καταθέσεις.

Το επιχείρημα από την πλευρά του Συνδέσμου Τραπεζών είναι ότι οι κυπριακές τράπεζες δεν επιβαρύνονται μόνο με τον εταιρικό φόρο. Καταβάλλουν, επίσης, ειδικό φόρο πιστωτικών ιδρυμάτων, ειδικές εισφορές επί των καταθέσεων και εισφορές στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, ενώ υπόκεινται σε σημαντικές κεφαλαιακές και εποπτικές απαιτήσεις. Ωστόσο, οι τελευταίες δεν αποτελούν φορολογία και δεν πρέπει να προσμετρώνται ως έσοδα του κράτους, αλλά επιβαρύνουν τα κεφάλαιά τους και, κατ’ επέκταση, τον δανεισμό τους.

Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν ισχυρή κερδοφορία και υψηλά κεφαλαιακά και ρευστά αποθέματα. Το 2025 η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών της Ευρωζώνης ήταν περίπου 9,8% στο δεύτερο τρίμηνο. Ωστόσο, η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι οι έκτακτοι φόροι στα τραπεζικά κέρδη πρέπει να σχεδιάζονται προσεκτικά. Εάν μειώνουν σημαντικά τα κέρδη που μπορούν να διακρατήσουν οι τράπεζες ως κεφάλαιο, ενδέχεται να επηρεάσουν την ανθεκτικότητά τους, τη δυνατότητα χορήγησης νέων δανείων και τον ανταγωνισμό.