Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο λειτουργικό κόστος παραμένει ένας από τους βασικούς δείκτες για την επόμενη φάση των τραπεζών σε Κύπρο και Ελλάδα, καθώς η αύξηση των επενδύσεων σε τεχνολογία και προσωπικό καλείται να συνδυαστεί με ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των εσόδων.
Οι εκτιμήσεις των αναλυτών δείχνουν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα (Eurobank, Alpha Bank, Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα) και η Τράπεζα Κύπρου βλέπουν την αύξηση του λειτουργικού κόστους ως ελεγχόμενη και εν μέρει προσωρινή, ενώ οι δείκτες cost-to-income παραμένουν σε επίπεδα που υποδηλώνουν πολύ καλή λειτουργική αποτελεσματικότητα.
Ουσιαστικά, η αύξηση των δαπανών παραμένει διαχειρίσιμη από τις τράπεζες όταν συνοδεύεται από ισχυρή αύξηση των εσόδων. Τα λειτουργικά έξοδα αυξάνονται, κυρίως λόγω μισθολογικών πιέσεων, συλλογικών συμβάσεων, bonus και επενδύσεων σε τεχνολογία και ψηφιακό μετασχηματισμό, χωρίς όμως, μέχρι στιγμής, να υπονομεύεται ουσιαστικά η λειτουργική αποδοτικότητα. Οι δείκτες cost-to-income, παρά τη μικρή επιδείνωση σε ορισμένες περιπτώσεις, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, γενικά στην περιοχή του 34%-39%, επιβεβαιώνοντας ότι τα έσοδα εξακολουθούν να απορροφούν την αύξηση του κόστους.
Το πραγματικό τεστ θα είναι το 2027 και μετά, εάν τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα συνεχίσουν να δέχονται πίεση από χαμηλότερα επιτόκια, αν και, προς το παρόν, για το υπόλοιπο του 2026 η τάση των επιτοκίων είναι αυξητική. Αν αρχίσουν να μειώνονται από την επόμενη χρονιά, τότε δεν θα αρκεί απλώς να παραμένουν τα έξοδα σταθερά. Οι τράπεζες θα πρέπει να αυξήσουν περαιτέρω τα έσοδα από προμήθειες και άλλες δραστηριότητες ή να πετύχουν πρόσθετες εξοικονομήσεις.
Ποια είναι η εικόνα των ομίλων
Στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου, παρατηρείται πειθαρχία στο κόστος. Τα λειτουργικά έξοδα στο πρώτο εξάμηνο του 2026 ανήλθαν σε €186 εκατ., αυξημένα μόλις κατά 3% ετησίως, ενώ τα συνολικά έξοδα έφθασαν τα €209 εκατ. (+6%), κυρίως λόγω αυξημένων εισφορών/τελών και υψηλότερου κόστους προσωπικού. Το σημαντικότερο, όμως, για τους αναλυτές είναι η ποιότητα της αύξησης του κόστους: το κόστος προσωπικού αυξήθηκε, αλλά ένα μέρος του περιλάμβανε έξοδα τερματισμού εργασίας και αμοιβές βάσει απόδοσης. Εξαιρουμένων αυτών, η αύξηση του κόστους προσωπικού ήταν περίπου 2%, ενώ τα λοιπά λειτουργικά έξοδα παρέμειναν ουσιαστικά σταθερά.
Ο αναπροσαρμοσμένος δείκτης κόστους προς έσοδα (cost-to-income) παρέμεινε στο 36%, ενώ ο δημοσιευμένος δείκτης, που περιλαμβάνει τον ειδικό φόρο και άλλες εισφορές, ήταν 41%, από 39% ένα χρόνο πριν. Η αγορά τείνει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο 36%, επειδή θεωρεί ότι αποτυπώνει καλύτερα την υποκείμενη λειτουργική αποτελεσματικότητα. Η διοίκηση, μάλιστα, βελτίωσε την καθοδήγησή της για το 2026 και πλέον αναμένει cost-to-income κάτω από 40%, έναντι προηγούμενης εκτίμησης περίπου 40%, λόγω ισχυρότερων εσόδων και συνεχιζόμενης πειθαρχίας στο κόστος.
Στον όμιλο Eurobank, η εικόνα του πρώτου εξαμήνου ήταν παρόμοια. Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 7,8%, αλλά τα συνολικά λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 9%, επιτρέποντας στον δείκτη cost-to-income να διαμορφωθεί στο 36,6%. Αυτό ενισχύει την άποψη ότι, προς το παρόν, η αύξηση των δαπανών παραμένει διαχειρίσιμη όταν συνοδεύεται από ισχυρή αύξηση των εσόδων. Το λειτουργικό κόστος στο πρώτο εξάμηνο διαμορφώθηκε στα 662 εκατ. ευρώ, σε σχέση με τα 614 εκατ. ευρώ του πρώτου εξαμήνου του 2025. Η διοίκηση αποδίδει την αύξηση του κόστους σε ένα μείγμα υψηλότερου κόστους προσωπικού και επενδύσεων, χωρίς να αλλάζει τον στόχο για συνολικό κόστος περίπου 1,33 δισ. ευρώ το 2026.
Στον όμιλο Alpha Bank, τα συνολικά λειτουργικά έξοδα ανήλθαν σε €470 εκατ. στο πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι €412 εκατ. την αντίστοιχη περσινή περίοδο, καταγράφοντας αύξηση 14%. Η άνοδος αντανακλά κυρίως το υψηλότερο κόστος προσωπικού, καθώς και τις συνεχιζόμενες επενδύσεις της τράπεζας. Ειδικότερα, στο δεύτερο τρίμηνο τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 5,1% σε τριμηνιαία βάση, επηρεασμένα από την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης και την καταβολή bonus. Παρά την αύξηση των δαπανών, η λειτουργική αποτελεσματικότητα παρέμεινε καλύτερη των προσδοκιών, με τον δείκτη κόστους προς έσοδα (cost-to-income) να διαμορφώνεται στο 38% στο δεύτερο τρίμηνο, επίδοση καλύτερη από την καθοδήγηση της διοίκησης. Για το σύνολο του 2026, η Alpha Bank έχει θέσει στόχο για λειτουργικό κόστος περίπου €960 εκατ., ενώ οι εκτιμήσεις των αναλυτών κινούνται ελαφρώς χαμηλότερα, κοντά στα €954 εκατ., με τον δείκτη κόστους προς έσοδα να αναμένεται γύρω στο 39%.
Στην Πειραιώς, η εικόνα είναι πιο σύνθετη λόγω της ενσωμάτωσης νέων δραστηριοτήτων στον όμιλο. Το λειτουργικό κόστος διαμορφώθηκε στα €490 εκατ. στο πρώτο εξάμηνο του 2026, εκ των οποίων €453 εκατ. αφορούν τη συγκρίσιμη βάση, ενώ επιπλέον €15 εκατ. συνδέονται με τη Snappi και €22 εκατ. με την Εθνική Ασφαλιστική. Παρά την αύξηση του απόλυτου κόστους λόγω αυτών των νέων δραστηριοτήτων και των επενδύσεων για ανάπτυξη, η λειτουργική αποδοτικότητα παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα (cost-to-income) διαμορφώθηκε ήδη στο 34% στο πρώτο εξάμηνο, διατηρώντας την τράπεζα εντός τροχιάς για την επίτευξη του ετήσιου στόχου για δείκτη κάτω από 35%.
Στον όμιλο της Εθνικής Τράπεζας, το λειτουργικό κόστος ανήλθε σε €489 εκατ. στο πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένο κατά 8,4% σε ετήσια βάση, από €451 εκατ. την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η άνοδος ήταν ευρείας βάσης: το κόστος προσωπικού αυξήθηκε κατά 8,7%, τα γενικά και διοικητικά έξοδα (G&A) κατά 10,8%, ενώ οι αποσβέσεις αυξήθηκαν κατά 5,1%. Παρά την αύξηση των εξόδων, ο δείκτης κόστους προς έσοδα (cost-to-income) διαμορφώθηκε στο 34,7%, έναντι 32,5% πέρυσι. Η διοίκηση θεωρεί την εξέλιξη συμβατή με την καθοδήγησή της, υπογραμμίζοντας ότι η αύξηση του κόστους αντανακλά την επιδιωκόμενη ισορροπία μεταξύ πειθαρχίας στο κόστος και επενδύσεων για τη μελλοντική ανάπτυξη. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει πλέον η τεχνολογία, η οποία αποτελεί σημαντικό και αυξανόμενο μέρος του λειτουργικού κόστους. Η Εθνική έχει επενδύσει περίπου €1 δισ. από το 2020 σε συστήματα πληροφορικής και ψηφιακό μετασχηματισμό, συμπεριλαμβανομένης της αντικατάστασης του core banking system.
Η κατεύθυνση που δίνει η ΕΚΤ για τις δαπάνες
Η κατεύθυνση που δίνει η ΕΚΤ στις τράπεζες δεν είναι η οριζόντια περικοπή δαπανών, αλλά η διαρθρωτική βελτίωση της αποτελεσματικότητας. Η Φρανκφούρτη επισημαίνει ότι η πρόσφατη βελτίωση των δεικτών κόστους προς έσοδα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα αυξημένα έσοδα από το υψηλό επιτοκιακό περιβάλλον και ότι, καθώς αυτή η στήριξη υποχωρεί, οι τράπεζες θα πρέπει να ελέγξουν πιο αποτελεσματικά τη βάση κόστους τους.
Την ίδια στιγμή, όμως, η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι η συγκράτηση των δαπανών δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος των επενδύσεων σε τεχνολογία, ψηφιοποίηση και επιχειρησιακή ανθεκτικότητα, οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για τη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η πρόσφατη βελτίωση του δείκτη cost-to-income στις ευρωπαϊκές τράπεζες οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εσόδων —και ιδιαίτερα των καθαρών εσόδων από τόκους— και όχι αποκλειστικά σε μόνιμη βελτίωση της βάσης κόστους.
Με τη σταδιακή εξομάλυνση του επιτοκιακού περιβάλλοντος, θεωρεί ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για μεγαλύτερη διαρθρωτική εξυγίανση των δαπανών. Η ΕΚΤ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο δείκτης cost-to-income των τραπεζών της ευρωζώνης βελτιώθηκε από περίπου 66% το 2020 σε 54% το 2025, αλλά η βελτίωση από το 2021 και μετά προήλθε κυρίως από την αύξηση των εσόδων και όχι από ουσιαστική μείωση του κόστους.