Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟποτεδήποτε πλησιάζουν εκλογές, ή στον απόηχο τους, συνήθως, επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για την εισαγωγή οριζόντιας ψηφοφορίας με ένα τρόπο μάλιστα που για τους θιασώτες της -και στην πιο απλουστευτική μορφή δικαιολόγησης της- θεωρείται ότι θα επιλύσει όλα τα προβλήματα του κυπριακού πολιτειακού, πολιτικού και κομματικού συστήματος. Ως πανάκεια δηλαδή.
Το επιχείρημα αντλεί από την κλασική έννοια της αριστοκρατίας ως επιλογής των αρίστων, δηλαδή, των ικανότερων και καταλληλότερων για δημόσια αξιώματα, και όχι ως προνομιακής διακυβέρνησης από κοινωνικά ή οικονομικά ισχυρές ελίτ. Ότι, δηλαδή, ο πολίτης-ψηφοφόρος με την γνώση και εμπειρία που έχει, είναι σε θέση να επιλέξει από την κάθε κομματική λίστα ή και ανεξάρτητους, τους καλύτερους και τους αξιότερους και θα τους εκλέξει για να διαχειρίζονται τα κοινά.
Χωρίς να υπεισέρχομαι στο επιχείρημα περί γνωστικής ικανότητας και δυνατότητας, θα προσπαθήσω να συζητήσω το θέμα με όρους πολιτικής επιστήμης και ανάλυσης για να επιχειρηματολογήσω ότι η οριζόντια ψηφοφορία δεν αποτελεί τη λύση στις παθογένειες και στρεβλώσεις του πολιτικού μας συστήματος, αλλά αίτιο περισσότερων και ίσως σοβαρότερων προβλημάτων από όσα θεωρείται ότι θα επιλύσει.
Το κίνητρο της συζήτησης
Η συζήτηση για την εισαγωγή της οριζόντιας ψηφοφορίας ξεκινά από μια απολύτως κατανοητή και, κατά τη γνώμη μου, γνήσια ανησυχία. Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ομάδες πολιτών και πολλοί πολίτες-ψηφοφόροι εκφράζουν απογοήτευση, θυμό ή και απελπισία για τη λειτουργία του κράτους, του πολιτικού συστήματος και των κομμάτων (περιλαμβανομένου και του εσωκομματικού πεδίου). Η αίσθηση ότι τα κόμματα έχουν απομακρυνθεί από την κοινωνία, ότι οι διαδικασίες επιλογής υποψηφίων δεν είναι πάντοτε πειστικές και ότι η πολιτική συχνά αδυνατεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, είναι υπαρκτή. Όπως υπαρκτή είναι και η αποτυχία των κρατικών θεσμών, οι οποίοι στα μάτια των πολιτών εκφράζονται και διαχειρίζονται από κυβερνήσεις και κόμματα, να ανταποκριθούν στα προβλήματα της καθημερινότητας του κόσμου. Από το θέμα στέγασης, στο κυκλοφοριακό, στο ενεργειακό, στο θέμα της ιατρικής περίθαλψης και των λιστών αναμονής, κοκ.
Η επιθυμία, επομένως, για βελτίωση του συστήματος συνολικά είναι θεμιτή και πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, ιδιαίτερα διότι «πατά» σε μια υπαρκτή πραγματικότητα για την δημιουργία της οποίας μεγάλη ευθύνη έχουν και τα ίδια τα συστατικά μέρη του πολιτικού συστήματος.
Το ερώτημα, όμως, που πρέπει όλοι να απαντήσουμε δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα στη λειτουργία του κρατικού και πολιτικού θεσμικού οικοδομήματος και των διαδικασιών του. Αυτό ας το θεωρήσουμε δεδομένο. Υπάρχει. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η οριζόντια ψηφοφορία αποτελεί την κατάλληλη θεραπεία. Η απάντηση, κατά την άποψη μου, είναι αρνητική. Η πρόταση βασίζεται σε μια ορθή διαπίστωση ως προς τη δυσλειτουργία του πολιτικού και κομματικού συστήματος, και της κρατικής γραφειοκρατίας, αλλά φαίνεται να αποδίδει τις παθογένειες αυτές σε λάθος αιτίες και να προτείνει ένα πολύ αποσπασματικό εργαλείο που δύσκολα μπορεί να τις αντιμετωπίσει. Μάλλον θα τις επιτείνει.
Τα προβληματικά σημεία
Τα προβλήματα που αποδίδονται στο υφιστάμενο κομματικό σύστημα είναι ποικίλα. Για να σημειώσω μόνο μερικά: πελατειακές σχέσεις, αναξιοκρατία, εξυπηρέτηση ημετέρων, διαπλοκή, σκάνδαλα, πολιτική διαφθορά, μη ανταποκρισιμότητα στα αιτήματα των πολιτών. Όλα αυτά οδηγούν στην αποξένωση του κόσμου από την πολιτική διαδικασία, στην αποχή και ενίοτε και σε ψήφο σε λαϊκιστικά, απολίτικα και ακροδεξιά σχήματα. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει καταδειχθεί πειστικά ότι η οριζόντια ψηφοφορία, όπου αυτή εφαρμόζεται, έχει οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση των φαινομένων αυτών, ή έστω της αποχής. Ούτε έχει αποδειχθεί ότι ενισχύει κατ’ ανάγκην την ποιότητα της δημοκρατικής συμμετοχής ή την αποτελεσματικότητα της πολιτικής εξουσίας.
Ας δούμε το ζήτημα της αποχής. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, σχετικές μορφές ψηφοφορίας εντοπίζονται κυρίως στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο, στο Λιχτενστάιν και στο Μονακό. Οι χώρες αυτές διαφέρουν ουσιωδώς ως προς το μέγεθος, την πολιτειακή παράδοση, την κομματική οργάνωση, την πολιτική και διοικητική κουλτούρα και τους θεσμούς συμμετοχής. Στην Ελβετία, για παράδειγμα, η εκλογική συμμετοχή παραμένει συχνά κάτω από το 50% (στις τελευταίες εκλογές 46%), ενώ στο Λουξεμβούργο τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής (συνήθως πάνω από 75%) συνδέονται βασικά με την υποχρεωτική ψήφο. Στο Λιχτενστάιν και το Μονακό τα εκλογικά σώματα είναι πολύ μικρής κλίμακας (λιγότερους από 20,000 και 10,000 ψηφοφόρους αντίστοιχα) κάτι που αλλάζει εντελώς την όλη φύση της συζήτησης. Τα συγκεκριμένα εκλογικά σώματα ομοιάζουν με αντίστοιχα μεγάλων χωριών ακόμα και για χώρες του μεγέθους της Κύπρου. Η απλή μεταφορά ενός θεσμού από ένα πολιτικό περιβάλλον σε ένα άλλο δεν αποτελεί επαρκές επιχείρημα για την επιτυχία του. Στον αντίποδα, θα μπορούσε εύκολα να επικαλεστεί κάποιος ότι όλες οι άλλες ευρωπαϊκές, φιλελεύθερες δημοκρατίες εφαρμόζουν μοντέλα «κάθετης» ψηφοφορίας.
Η επίκληση χωρών στις οποίες υφίστανται μορφές οριζόντιας ψηφοφορίας δεν αρκεί από μόνη της. Καμία εκλογική μέθοδος δεν έχει αποτρέψει σκάνδαλα, φαινόμενα διαφθοράς, κοινωνικούς αποκλεισμούς, αντιδημοκρατικές τάσεις ή αποτυχίες της κρατικής μηχανής. Είναι μια πρόταση που απομονώνει εντελώς λανθασμένα το εκλογικό σύστημα, και μάλιστα μια πολύ συγκεκριμένη πτυχή του, από το ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το εκλογικό σύστημα και ο τρόπος ψηφοφορίας βρίσκει εφαρμογή, αποδίδοντας κιόλας στον συγκεκριμένο τρόπο ψηφοφορίας μεσσιανικές ιδιότητες επίλυσης προβλημάτων. Μήπως στις χώρες στις οποίες γίνεται επίκληση δεν έχουν σκάνδαλα, διαφθορά, αντιδημοκρατικές τάσεις και πολλά άλλα; Δεν έχουν χαμηλά ποσοστά συμμετοχής;
Το μεγαλύτερο ζήτημα που προκύπτει όμως, αφορά στην ίδια τη λογική στην οποία εδράζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τα σύγχρονα πολιτειακά συστήματα. Η δημοκρατική εκπροσώπηση δεν αποτελεί ένα απλό άθροισμα ατομικών προτιμήσεων για συγκεκριμένα πρόσωπα ως άτομα. Η όλη λογική της δημοκρατικής εκπροσώπησης βασίζεται στη συλλογική εκπροσώπηση κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών συμφερόντων μέσα από οργανωμένες συλλογικότητες, πρωτίστως τα πολιτικά κόμματα. Τα κόμματα οφείλουν να διατυπώνουν προγράμματα, να οργανώνουν πολιτικές επιλογές, να αναλαμβάνουν ευθύνη για τις αποφάσεις τους και να κρίνονται συνολικά από τους πολίτες.
Η οριζόντια ψηφοφορία αλλάζει τη δομή αυτής της σχέσης και μεταφέρει σημαντικό μέρος της εκλογικής εξουσίας από το κόμμα στον υποψήφιο. Μετατοπίζει τον ανταγωνισμό από το επίπεδο της αντιπαράθεσης μεταξύ πολιτικών προγραμμάτων προς έναν (εντονότερο) ανταγωνισμό μεταξύ προσώπων. Δεν καταργεί τα κόμματα, αλλά αποδυναμώνει τη δυνατότητα τους να λειτουργούν ως φορείς συνεκτικής πολιτικής πρότασης και συλλογικής λογοδοσίας.
Τι εννοώ; Σε ένα εκλογικό σύστημα όπου η ψήφος συνδέεται με κομματικό ψηφοδέλτιο, ο πολίτης εκφράζει, κατά βάση, στήριξη προς ένα κόμμα, το πολιτικό του πρόγραμμα και την ενδεχόμενη κυβερνητική του πρόταση. Άρα, επιλέγει και κατεύθυνση για τη χώρα ή την πόλη του. Με την οριζόντια ψήφο, ένας ψηφοφόρος μπορεί να επιλέξει υποψηφίους από πολιτικά και ιδεολογικά αντίθετους χώρους. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στη Λευκωσία με τους 6 σταυρούς προτίμησης, να επιλέξει υποψήφιους από το ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ, το ΑΚΕΛ, το ΕΛΑΜ, τους Κυνηγούς και το Κίνημα Οικολόγων, επειδή θεωρεί ότι όλοι όσοι επέλεξε είναι παραγωγικοί ή αποτελεσματικοί ως πρόσωπα. Είναι, όμως, πολύ πιο δύσκολο να συναχθεί από μια τέτοια επιλογή του ψηφοφόρου ποια πολιτική κατεύθυνση επιθυμεί ο εκλογέας για τη χώρα, ποιο κυβερνητικό πρόγραμμα στηρίζει, ή ποιες πολιτικές θέλει να εφαρμοστούν. Το κάθε κόμμα και ο κάθε υποψήφιος του κόμματος αυτού δεσμεύονται σε ξεχωριστά και αντιθετικά μεταξύ τους πολιτικά προγράμματα. Ποια εντολή δίνει τελικά με τη ψήφο του και σε ποιον; Για να εφαρμόσει ποιο πολιτικό πρόγραμμα;
Εύνοια στην οικονομική επιφάνεια και την αναγνωρισιμότητα
Η οριζόντια ψηφοφορία δημιουργεί ένα δυσανάλογα πολύ ευνοϊκό περιβάλλον για πρόσωπα με υψηλή αναγνωρισιμότητα ή μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Σε ένα περιβάλλον όπου ο ψηφοφόρος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό ονομάτων, πλεονεκτούν συχνά οι εν ενεργεία βουλευτές, οι τοπικοί πολιτικοί παράγοντες, τα πρόσωπα με πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, οι επιχειρηματίες, οι επαγγελματίες με ισχυρά δίκτυα και οι υποψήφιοι που μπορούν να χρηματοδοτήσουν ακριβές προσωπικές εκστρατείες. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό, αφού με την οριζόντια ψηφοφορία αντί να περιοριστεί η επιρροή του χρήματος στην πολιτική, υπάρχει κίνδυνος να ενισχυθεί και μάλιστα εις βάρος των πολιτών.
Η κομματική εκστρατεία περιέχει, τουλάχιστον θεωρητικά, ένα κοινό πολιτικό μήνυμα, κοινές οργανωτικές υποδομές και μια ενιαία λογοδοσία. Σε ένα σύστημα οριζόντιας ψηφοφορίας, κάθε υποψήφιος θα έχει ισχυρό λόγο να αναπτύσσει τη δική του, ξεχωριστή καμπάνια. Αυτή η συνθήκη ωθεί με τη σειρά της σε αύξηση των προσωπικών δαπανών προβολής, στην ανάγκη εξεύρεσης ιδιωτικών χρηματοδοτών, και αυξάνει τους κινδύνους αδιαφανούς χρηματοδότησης και εξάρτησης από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.
Για να κατανοήσουμε την προσωποκεντρική λογική της οριζόντιας ψηφοφορίας και το ότι θα πριμοδοτήσει εν τέλει υποψήφιους με μεγάλη οικονομική επιφάνεια δημιουργώντας και μεγάλες εξαρτήσεις, ας αναλογιστούμε την πρόσφατη εσωκομματική αναμέτρηση στο Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ για το χρίσμα του υποψήφιου γερουσιαστή στην πολιτεία του Μίσιγκαν. Οι ΗΠΑ είναι ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο το προσωπικό αποτύπωμα των ατόμων είναι εντονότερο από αυτό των κομμάτων έστω και αν τα άτομα λειτουργούν θεωρητικά εντός κομμάτων. Στην εσωκομματική αυτή μάχη αναμετρήθηκαν ο 41χρονος γιατρός και πρώην διευθυντής της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Ντιτρόιτ Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ και η εν ενεργεία βουλεύτρια Χέιλι Στίβενς του κόμματος, μια αναμέτρηση που κέρδισε ο πρώτος ενάντια σε κάθε πρόγνωση. Η εσωκομματική αυτή εκλογή αποτέλεσε μια από τις ακριβότερες προκριματικές εκστρατείες που έχουν πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν αμερικανικά ΜΜΕ και εταιρείες παρακολούθησης πολιτικής διαφήμισης, συνολικά στην αναμέτρηση δαπανήθηκαν περισσότερα από 60 εκατομμύρια δολάρια. Οι οργανώσεις που στήριξαν τη Στίβενς διέθεσαν περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια, εκ των οποίων σχεδόν 30 εκατομμύρια προήλθαν από την γνωστή American Israel Public Affairs Committee (AIPAC) και συνδεδεμένους μαζί της οργανισμούς. Ο/η καθένας/μία μπορεί να κάνει τους λογικούς συνειρμούς των σχέσεων εξάρτησης και επιρροής που δημιουργούνται.
Πελατειακή πολιτική και αύξηση του τοπικισμού
Αν το δούμε και με ένα άλλο φακό, ένα κόμμα ενδέχεται να εξασφαλίσει έδρες επειδή ορισμένοι υποψήφιοι του διαθέτουν μεγάλη προσωπική ή τοπική απήχηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόγραμμα του απολαμβάνει αντίστοιχη κοινωνική αποδοχή.
Η όλη προσωποκεντρική λογική που διέπει το εγχείρημα της οριζόντιας ψηφοφορίας ενισχύει τα κίνητρα για πελατειακή πολιτική αντί να τα μειώνει και δημιουργεί συνθήκες αύξησης του τοπικισμού. Όσο περισσότερο η εκλογή ενός υποψηφίου εξαρτάται από την προσωπική ψήφο που λαμβάνει, τόσο ισχυρότερο γίνεται το κίνητρο να καλλιεργεί προσωπικά δίκτυα επιρροής, σχέσεις εξυπηρετήσεων και δεσμούς με συγκεκριμένες τοπικές, επαγγελματικές ή οικονομικές ομάδες. Μια τέτοια επικέντρωση είναι πιθανόν να απομακρύνει την πολιτική συζήτηση από τα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας, της κοινωνικής πολιτικής, της παιδείας, της υγείας και της εξωτερικής πολιτικής, για να επικεντρωθεί στο τι μπορεί να προσφέρει ο συγκεκριμένος υποψήφιος σε μια περιοχή, σε μια ομάδα ή ακόμη και σε μεμονωμένους ψηφοφόρους. Δεν υπονοώ ότι τα παραπάνω δεν συμβαίνουν ήδη σε όλα τα κόμματα σε διαφορετικούς βαθμούς ή ότι το να λαμβάνονται υπόψη τοπικά συμφέροντα είναι εξ’ ορισμού προβληματικό. Αυτό που σημειώνω είναι ότι η οριζόντια ψηφοφορία θα ενισχύσει αυτές τις επιμέρους και τμηματικές λογικές.
Ανάγκη να δούμε τα προβλήματα ολιστικά
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι οι πολίτες επιθυμούν περισσότερη επιρροή στις πολιτικές εξελίξεις και αποφάσεις. Αντιθέτως, η επιθυμία αυτή είναι υγιής και δημοκρατικά αναγκαία. Το πρόβλημα είναι όταν επιχειρούμε να θεραπεύσουμε υπαρκτές παθογένειες με ένα μέτρο που ενδέχεται να επιβαρύνει εκείνα ακριβώς τα φαινόμενα που θέλουμε να περιορίσουμε: τις πελατειακές σχέσεις, την επιρροή του χρήματος, τις εξαρτήσεις και την αποδυνάμωση της συλλογικής πολιτικής ευθύνης. Φαινόμενα συστημικά, που δεν εξαρτώνται από το εκλογικό σύστημα και πόσο μάλλον τον τρόπο ψηφοφορίας.
Ακόμα όμως και αν θέλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο εκλογικό σύστημα στη χώρα μας, ας το κάνουμε ολιστικά και χωρίς απλουστεύσεις. Η οριζόντια ψηφοφορία δεν είναι το κεντρικό πρόβλημα, ούτε η εισαγωγή ή η απόρριψη της μπορεί από μόνη της να αποτελέσει λύση. Απαιτείται μια ευρύτερη επανεξέταση του εκλογικού πλαισίου-νόμου, η οποία να περιλαμβάνει τον τρόπο κατανομής των εδρών, τους αριθμούς των εδρών, τα όρια, τη φύση και τις περιόδους καταγραφής των εκλογικών δαπανών, το όριο εισδοχής στη Βουλή με προσανατολισμό προς τη μείωση του, τις δυνατότητες επιστολικής ψήφου και άλλες μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν τις αρχές της δικαιότερης αντιπροσώπευσης, της διαφάνειας, της ουσιαστικής συμμετοχής και της πολιτικής λογοδοσίας. Αυτή η συζήτηση μπορεί και πρέπει να γίνει με συμμετοχή της Βουλής, κομμάτων, ΜΚΟ και ακαδημαϊκών/εμπειρογνωμόνων.
* Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας