Μεχμέτ Κανσού: «Πράσινος βάτραχος, φίδι και πείνα», εκδόσεις Επιφανίου, 2015.
Το βιβλίο του Τουρκοκύπριου λογοτέχνη Μεχμέτ Κανσού περιλαμβάνει συνολικά 28 διηγήματα, που γράφτηκαν την περίοδο μεταξύ 2000-2006, κυκλοφόρησαν στα τούρκικα την ίδια χρονιά και στα ελληνικά το 2015. Πιστεύω πως σημαντικός αριθμός των κειμένων που περιλαμβάνει το βιβλίο χαρακτηρίζονται περισσότερο από τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του χρονογραφήματος και του πεζόμορφου ποιήματος, παρά από τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του διηγήματος. Πολλά δε κείμενα έχουν μινιατουρίστικο μέγεθος και διακρίνονται για την ιδιαίτερη λιτότητα της γραφής τους. Σε όλα δε τα αφηγήματα μπορώ να πω ότι διέκρινα και ένα στοιχείο ποιητικής ελλειπτικότητας, δηλαδή μιας ελλειπτικότητας που κυρίως απαντάται στον ποιητικό λόγο.
Οι βασικοί θεματογραφικοί άξονες του Μ. Κανσού είναι, κατά πρώτο λόγο, ο κοινωνικός χαρακτήρας της προσέγγισης του, κατά δεύτερο, η ερωτική αφηγηματική γραμμή και κατά τρίτο η παιδική ηλικία, ως σημαντική θεματική δεξαμενή. Ξεχωριστή μνεία θα πρέπει να γίνει και για τα τοποκεντρικού χαρακτήρα κείμενα του Μ. Κανσού, όπως επίσης και για τα κείμενα που έχουν ως κύρια θεματική στόχευση τις αντιλήψεις του συγγραφέα περί αισθητικής.
Όλα τα κείμενα του Τ/κ συγγραφέα διακρίνονται για την ευαισθησία, τη λιτότητα, την ακρίβεια, τη συμπύκνωση, τη φαντασία, την παραστατικότητα, αλλά και τον συναισθηματικό τους φόρτο. Μιλώντας συνοπτικά, θα έλεγα ότι τα κοινωνικά διηγήματα του Μ. Κανσού διακρίνονται για την παρατηρητικότητα – διεισδυτικότητα τους τα ερωτικά για το απαλό σαν χάδι άγγιγμά τους, αυτά της παιδικής ηλικίας για την τρυφερότητα και το βαθύ συναίσθημα τους και τα τοποκεντρικά διηγήματα για την καθαρότητα της σκέψης του συγγραφέα και για την ευστοχία τους.

Βέβαια, η τοποκεντρική θεματική συχνά συνυφαίνεται με αυτή της παιδικής ηλικίας, συμπλέκονται και αναδεικνύουν ένα συγγραφέα τρυφερό, ευαίσθητο και με βαθιά συναίσθηση των καταβολών του: «Όταν έφτασα στο λόφο σταμάτησα και για ακόμη μια φορά κοίταξα τη θάλασσα, κοίταξα την αγαπημένη μου, που απομακρυνόταν. Αχ να…, αυτή είναι η θάλασσά μου, η Μεσόγειός μου… η μονότονη μουσική των τζιτζικιών, οι θάμνοι, τα γαϊδουράγκαθα, οι χαρουπιές, οι κληματαριές, οι συκιές και ο ήλιος…». (σελ. 23)
Ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής θεωρώ αυτό που πραγματεύεται τον έρωτα ενός νεαρού βοσκού με την κόρη του αρχι-ιππότη που διαμένει στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα. Η αφήγηση και κυρίως ο τρόπος ανάπτυξης του μύθου κάνουν το κείμενο να μοιάζει με μεσαιωνικό παραμύθι, με την ανάλογη μαγεία, απλότητα, αλλά και δέος, απέναντι στο φλογερό έρωτα δυο νέων από διαφορετικές εθνότητες, διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, διαφορετικές καταβολές και μοίρα. Στο συγκεκριμένο αφήγημα συνυπάρχουν το ερωτικό με το τοποκεντρικό στοιχείο. Ο έρωτας είναι ανέλπιδος και χωρίς προοπτική. Ωστόσο, η κοπέλα ψιθυρίζει στον καλό της: «Φύγε ήσυχα. Να με ονειρεύεσαι απόψε, αύριο και κάθε μέρα…». (σελ. 46)
Ακόμη ένα διήγημα που ξεχώρισα στη συλλογή είναι αυτό που φέρει τίτλο: «Μια γόνιμη Παφίτισσα», το οποίο και αναφέρεται στη μητέρα του συγγραφέα. Το αφήγημα αυτό ξεχωρίζει για την πυκνότητα, τη λιτότητα και την ευαισθησία του. Ο Μ. Κανσού δεν μεγάλωσε κοντά στη μητέρα του. Κι αυτό το γεγονός κάνει το υπό αναφορά κείμενο ιδιαίτερα συγκινητικό. Να μια γλαφυρή και γεμάτη ζεστασιά περιγραφή από αυτό: «Θέρισε με το δρεπάνι της τα στάχυα και τα έκανε δέμα. Μετά ήπιε νερό από το κόκκινο παγούρι, που κύλισε στο στόμα της και σκούπισε με το πίσω μέρος του χεριού τον ιδρώτα, που πλημμύριζε το μέτωπό της. Συνέχισε να θερίζει με το δρεπάνι της σκύβοντας, σηκώνοντας το κορμί της, ενώ τα σπαρτά μιλούσαν με το μωρό που είχε στην κοιλιά της». (σελ. 59)
Το βιβλίο του Μ. Κανσού είναι πλημμυρισμένο από τα μεθυστικά αρώματα της εντοπιότητας, από τον βαρύ σαν ανατολίτικο χαρμάνι ‘εσωτερικό’ νόστο της μικρής μας μοιρασμένης πατρίδας και αξίζει να διαβαστεί τόσο στη μια όσο και στην άλλη κοινότητα του νησιού μας.