Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, η δραματικά υποστελεχωμένη και παρατημένη στη μοίρα της κρατική υπηρεσία που χειρίζεται τις τύχες του πολιτισμού στην Κύπρο δημοσιοποίησε όλα τα ποσά των επιχορηγήσεων που δόθηκαν το 2017 προς φορείς, ομάδες και φυσικά πρόσωπα, στο πλαίσιο του προγράμματος με τον ευφάνταστο τίτλο «Πολιτισμός». Ως γνωστόν, η διαφάνεια είναι σαν… δεύτερο όνομα για τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες, που πάσχουν από ανίατης μορφής αχρωμία.
Όρεξη να ‘χεις, να καθίσεις να μελετήσεις αναλυτικά πόσα χρήματα δόθηκαν και σε ποιους κι αν έχεις και χρόνο μπορείς να τα συγκρίνεις με τα περσινά, τα προπέρσινα κ.ο.κ. Υπάρχουν κάποιοι που θα καθίσουν να τα ξεψαχνίσουν, ειδικά αυτοί που είτε έμειναν «παπαγάλοι», είτε έλαβαν λιγότερα απ’ όσα θεωρούν ότι δικαιωματικά τους αναλογούν. Και φυσικά θα σταθούν στο ποιοι πήραν και συνεχίζουν να παίρνουν τα περισσότερα, πόσα και γιατί. Κι αυτό το τελευταίο, το «γιατί», θα το περάσουν από το παραδοσιακό φίλτρο της συνωμοσιολογίας κι από μια σειρά εικασιών που ίσως έχουν βάση, ίσως και όχι.
Από περιέργεια ή από επαγγελματική διαστροφή, έβγαλα κι εγώ το κομπιουτεράκι κι άρχισα να κάνω τους υπολογισμούς, για να διαπιστώσω ότι μιλάμε για ένα ποσό που μετά βίας ξεπερνά τα δύο εκατομμύρια ευρώ. Κι είμαι φυσικά ο τελευταίος που θα υποστηρίξει ότι πρόκειται για ένα γενναιόδωρο ποσό, εφόσον προορίζεται για την πολιτιστική δημιουργία, που από κάθε άποψη έχει «καταξιωθεί» ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης στην κενονία (sic) μας.
Με τέτοια ποσά και την τόση διαφάνεια που πλάκωσε, δεν χρειάζεται δα να είναι κανείς κι ο γενικός ελεγκτής για να εξάγει κάποια χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την πολιτική των Πολιτιστικών Υπηρεσιών και τον μπακαλίστικο τρόπο που είναι υποχρεωμένες να λειτουργούν, μοιράζοντας την πίτα φαινομενικά δίκαια, αλλά ευνοώντας εκ του αποτελέσματος όσους ξέρουν να κινούνται κι είναι καπάτσοι στο να συμπληρώνουν αιτήσεις. Στην Κύπρο είμαστε.
Ακόμη όμως και μ’ αυτό τον τρόπο, μια αναφορά στον γενικό ελεγκτή, εφόσον συζητάμε ζητήματα του πολιτισμού, μπορεί να εκληφθεί και ως… επίκληση στον σατανά. Με όλο το σεβασμό στο θεσμό, αλλά και στην προσωπικότητα του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, η αυστηρά λογιστική λογική με την οποία είναι υποχρεωμένος να λειτουργεί, κατά τη γνώμη μου τον έχει οδηγήσει σ’ έναν παχυδερμικό έλεγχο των σχετικών ζητημάτων, μακριά από την εκτίμηση του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, που ούτως ή άλλως είναι συχνά και υποκειμενική.
Μιας και τον επικαλέστηκα, όμως, δεν είναι κακό να ρίξει μια ματιά και να απευθύνει μερικές ερωτήσεις, έτσι για να σφίγγουν οι γλουτοί. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο στα ποσά και τα πρόσωπα, όπως περιλαμβάνονται στις δημοσιοποιημένες λίστες. Είναι και στις ανακρίβειες που περιέχουν. Καλλιτέχνες και ομάδες συχνά διαμαρτύρονται ότι τα χρήματα που τους αποδίδονται υπολείπονται από τα ποσά που αρχικά είχαν εγκριθεί. Γιατί τότε δημοσιοποιούνται τα ποσά που εγκρίνονται κι όχι αυτά που τελικά δίνονται; Το πιο σοβαρό πρόβλημα, που όμως δεν ξέρω αν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Γ.Ε., είναι η απελπιστική καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταβολή αυτών των χρημάτων, που πολλές φορές αφήνει εκτεθειμένους τους δικαιούχους μπροστά στις τρέχουσες υποχρεώσεις τους.
Ο ουσιαστικός έλεγχος θα έπρεπε να αφορά την υπολειτουργία και υποστελέχωση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών με τις επιπτώσεις που αυτό έχει στην ουσιαστική αξιοποίηση των ποσών αυτών, προς όφελος του πολιτισμού. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τις επιχορηγήσεις, αλλά πολλές από τις τρέχουσες υποχρεώσεις. Η κυβέρνηση πρόσφατα έκρινε ότι είναι πολυτέλεια γι’ αυτή την ασήμαντη κρατική υπηρεσία να έχει δικό της λογιστή και πλέον οι Π.Υ., λες και δεν είχαν ήδη αρκετές τροχοπέδες στο διάβα τους, απευθύνονται πλέον στο κεντρικό λογιστήριο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Δεν συνιστά διασπάθιση, άραγε, η θεσμοποιημένη δυσλειτουργία;