Να μου επιτραπεί να εκφράσω μερικές σκέψεις για τη συγχρονική χρήση της Κυπριακής Διαλέκτου και τη λειτουργία της ως στρατηγικής.
Θα ξεκινήσω με ένα μικρό παράδειγμα. Τον περασμένο Φεβρουάριο είχε διοργανωθεί (πολύ ορθά) εβδομάδα γλώσσας από το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, που καλούσε τα σχολεία σε διάφορες δράσεις με σκοπό την ευαισθητοποίηση γύρω από γλωσσικά ζητήματα. Στην εγκύκλιο που είχε σταλεί (6 σελίδων) Aρ. Φακ.: 7.1.02.13/2 με ημερομηνία 6 Φεβρουαρίου, 2017, η μοναδική αναφορά για την Κυπριακή Διάλεκτο έλεγε τα εξής: «Αναγωγή της κυπριακής διαλέκτου στις ομηρικές της πηγές και στις αντίστοιχες διαλέκτους της Ελληνικής αρχαιότητας. Αντικείμενο και θέμα αναφοράς δυνατόν να είναι η αντοχή και η ιστορική συνέχεια των Ελληνικών διαλέκτων».
Είναι προφανές ότι η Κυπριακή Διάλεκτος αντιμετωπίζεται από το εκπαιδευτικό σύστημα τουλάχιστον με αμηχανία, γιατί εξακολουθούν να διαιωνίζονται οι γνωστοί μύθοι που συνδέουν τη χρήση της με το όποιο γλωσσικό πρόβλημα (να θυμίσω ότι κάποιοι βρήκαν τη διάλεκτο μέχρι και ένοχη για τα όποια κακά αποτελέσματα στα Νέα Ελληνικά στις Παγκύπριες Εξετάσεις για να κάμει κάποιους δίκαια να διερωτηθούν με κάποια ειρωνεία είναι η αλήθεια αν η αντίστοιχη αποτυχία στις Πανελλήνιες οφείλεται και πάλι στη χρήση της Κυπριακής), ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι μας απομακρύνει τάχα από τον Ελληνισμό και καλλιεργεί μια ξεχωριστή εθνική ταυτότητα.
Χωρίς να αγνοούμε σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο τις ομηρικές ρίζες της διαλέκτου, που εν πάση περιπτώσει δεν έχουν πολλή σχέση με την τελευταία εξέλιξη της Κυπριακής, αυτό που έπρεπε πρωτίστως να μας ενδιαφέρει είναι η συγχρονική χρήση της και αυτήν να καλλιεργούμε και να προβάλλουμε για να δώσουμε εργαλεία στα μέλη της γλωσσικής κοινότητας (είτε ως ομιλητές, δηλαδή παραγωγοί λόγου, είτε ως ακροατές, δηλαδή καταναλωτές λόγου), ώστε να μπορούν με επιτυχία να αποκωδικοποιήσουν το σύνθετο τοπίο της επικοινωνίας. Η περίφημη επικοινωνιακή ικανότητα στην οποία στοχεύσαμε τα τελευταία χρόνια μέσα από νέου τύπου γραμματικές.
Προφανώς, ένα ζήτημα είναι να μπορεί κανείς να ξεκαθαρίσει τις επικοινωνιακές συνθήκες. Η περίφημη διατύπωση του Hymes (1972) σύμφωνα με την οποία επικοινωνιακή ικανότητα είναι η επίγνωση του «ποιος μιλάει ποια γλώσσα σε ποιον και πότε/για ποιο σκοπό» βρίσκει εδώ την πιο κλασική της εφαρμογή. Έτσι, σε μια πρώτη προσέγγιση, αντιλαμβανόμαστε λ.χ. (και το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να τα διδάσκει αυτά) γιατί πρέπει να χρησιμοποιούμε την Κοινή Νεοελληνική στην τάξη, ενώ χρησιμοποιούμε την Κυπριακή Διάλεκτο στις καθημερινές μας συναναστροφές.
Εδώ όμως μένουμε στα βασικά. Αυτά που ξέραμε εδώ και πολλά χρόνια ότι η επίσημη γλώσσα χρησιμοποιείται σε ανάλογες συνθήκες επικοινωνίας (οι γλωσσολόγοι την ονομάζουμε υψηλή ποικιλία σε καταστάσεις γλωσσικής διμορφίας) και η διάλεκτος (η χαμηλή ποικιλία) σε ανεπίσημες συνθήκες είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας σε σχέση με την κοινωνιογλωσσική κατάσταση της Κυπριακής Διαλέκτου. Τι γίνεται όταν ο πολιτικός ενώ ομιλεί στην Κοινή από τηλεοράσεως παρεμβάλει στοιχεία της διαλέκτου στον λόγο του για να θωπεύσει το ακροατήριό του, για να μιλήσει «με τη γλώσσα της καρδιάς» ή για ειρωνευτεί έναν αντίπαλό του πολιτικό;
Τι γίνεται με τη γλώσσα του Δικαστηρίου, ένα κατεξοχήν χώρο χρήσης της επίσημης γλώσσας από δικηγόρους οι οποίοι, όπως και οι πολιτικοί, γνωρίζουν κατά τεκμήριο με μεγάλη επάρκεια τη νεοελληνική κοινή, αλλά προβαίνουν σε εναλλαγή κωδίκων από την Κοινή στην Κυπριακή και το αντίστροφο, όταν θέλουν να επιτεθούν σε ένα μάρτυρα ή όταν θέλουν να δείξουν φιλική διάθεση ή αγανάκτηση κ.ο.κ.;
Τι γίνεται με τη γλώσσα της Διαφήμισης που φλερτάρει συχνά με την Κυπριακή, κλείνοντας πονηρά το μάτι στον καταναλωτή, αφού υιοθετεί ένα γλωσσικό ρεπερτόριο που τη συνδέει με την καθημερινή, ανεπίσημη ομιλία;
Γιατί πάμπολλες κυπριακές εκφράσεις και παροιμίες ενσωματώνονται στην καθημερινή επίσημη ομιλία και μάλιστα με ένα πολύ αποτελεσματικό τρόπο, επικοινωνιακά ομιλώντας; Με τον ίδιο τρόπο, ένας ομιλητής και στην πιο επίσημη ομιλία κάποτε κάνει παρεκβάσεις χρησιμοποιώντας τη Διάλεκτο για να αναφέρει κάποιο χιουμοριστικό περιστατικό εκτός κειμένου; Ακόμα υπάρχουν στη δημόσια σφαίρα χρήσεις της διαλέκτου που έχουν σχέση με τη δημοσιογραφική γλώσσα, όπου παρεμβάλλεται η κυπριακή για να γίνει ο λόγος πιο οικείος ή σε τίτλους για να γίνουν όπως λέμε πιο “πιασάρικοι”, ως έκφραση της λαϊκής ψυχής.
Θα συνεχίσουμε την άλλη βδομάδα στην ίδια στήλη.
*εισήγηση σε ημερίδα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, με θέμα την Κυπριακή Διάλεκτο, στις 14 Νοεμβρίου.