«Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Κάρολου Ντίκενς στο Θέατρο Ένα.

Έχετε στολίσει το δένδρο σας; Μπαίνετε σιγά – σιγά στο πνεύμα των γιορτών; Αν η έναρξη της γιορτινής περιόδου συνήθως αρχίζει με μια βόλτα στα μαγαζιά (που περίμεναν κόσμο από την αρχή του ηλιόλουστου Νοεμβρίου με τον παράκαιρο διάκοσμο στις βιτρίνες), φέτος μπορείτε να κάνετε τα εγκαίνιά της ανταποκρινόμενοι στην πρόταση του Θεάτρου Ένα. «Χριστουγεννιάτικη ιστορία», μια διασκευή του πασίγνωστου «Christmas Carol» του Κάρολου Ντίκενς από τον Αντρέα Χριστοδουλίδη. Είπα «πασίγνωστου» και το παίρνω πίσω.

Οι γονείς μάλλον πρέπει να κάνουν δουλίτσα για να προετοιμάσουν τα παιδιά για την παράσταση, αφού τα πλείστα είναι πεπεισμένα ότι ο Σκρουτζ είναι πάπια. Και αν πρόκειται για πολύ νέους γονείς, αμφιβάλλω αν οι γνώσεις τους για την υπόθεση πηγάζουν από το λογοτεχνικό πρωτότυπο ή από κάποια από τις πολλές εκδοχές του. Ο σκηνοθέτης Αντρέας Χριστοδουλίδης πάντως, απευθύνεται στους πάντες με την παραγωγή του, στους ανήλικους και στους ενήλικες. Τι ιδιαιτερότητες έχει μια τέτοια παράσταση; Πού συναντάει τα διαφορετικά ηλικιακά target group;

Ένα χαρακτηριστικό της παράστασης είναι η πολυχρησιμοποιημένη από τον σκηνοθέτη της μέθοδος σμίκρυνσης των μεγάλων λογοτεχνικών έργων ως τις διαστάσεις της σκηνής και του θιάσου του Θεάτρου Ένα. Το κοινό του έχει συνηθίσει σε ευρηματικές διαμορφώσεις του σκηνικού χώρου, που αποτελούν ένα από τα εργαλεία της σμίκρυνσης. Αυτή τη φορά η Έρση Χριστοδουλίδου καταφέρνει με μια κάθετη τομή να παρουσιάσει το διώροφο εσωτερικό του σπιτιού του Σκρουτς, να στήσει ένα λονδρέζικο δρομάκι μπροστά, να υπαινιχτεί το γραφειάκι και το σπίτι του λογιστή, και κυρίως να δημιουργήσει μια λογοτεχνική ατμόσφαιρα.

Οι φωτισμοί του Χριστοδουλίδη και σ’ αυτήν την παραγωγή διασπούν το μεγάλο λογοτεχνικό όγκο σε σκηνές και τις ενώνουν σε μια νέα συμπτυγμένη αφηγηματική εκδοχή. Και σ’ ό,τι αφορά το ένα φάντασμα και τα τρία πνεύματα, πού αλλού μπορούσαμε να τα υποδεχτούμε με τόση ευκολία παρά στη σκηνή του Ένα, όπου τα μάτια μας έχουν δει φαντάσματα και βρικόλακες, τέρατα και πνεύματα.

Όμως στη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία», ο σκηνοθέτης, έμπειρος στη μίξη του χιουμοριστικού με το τρομακτικό, είχε να αντιμετωπίσει ένα διαστρωματωμένο κοινό, όχι μόνο ως προς την ηλικία αλλά και ως προς τη θεατρική εμπειρία. Ανάλογα, λοιπόν, με τις προσλαμβάνουσες της κάθε κατηγορίας, άλλους τους τρόμαζε, άλλους τους έκανε να γελάσουν, (επί σκοπού, για να μην τρομάξουν πολύ), άλλους τους συγκινούσε και σε άλλους έκλεινε το μάτι.

Παραδείγματος χάριν, ο Σωτήρης Μεστάνας έπαιζε το φάντασμα του μακαρίτη συνεταίρου του Σκρουτς με αποκριάτικη, θα έλεγα, αισθητική, φοβιτσιάρικα (αυτή είναι η κατάλληλη λέξη!), αστεία (για τους μικρούς), αλλά χαιρετώντας πάνω από την περούκα του ρόλου του τους παλιούς γνωστούς του θεατές. Θαρρώ πως αν η παράσταση παιζόταν μόνο βράδυ και μόνο για μεγάλους, περισσότερο νόημα και στιλ θα είχε το «ζωντάνεμα» του πορτρέτου, ένας συνδυασμός τής καθωσπρέπει εμφάνισης ενός επιχειρηματία με τις αλυσίδες της κολάσεως. 

Παρότι ο Μανώλης Μιχαηλίδης έχει παίξει πολλούς ασπρομάλληδες κυρίους με ημίψηλα στις παραστάσεις του Ένα, ο Σκρουτς του διαφέρει, είναι καλός, είναι όντως λογοτεχνικός. Η εμφάνιση των δύο πνευμάτων εντυπωσιάζει τους μικρούς, για το τρίτο η σκηνοθετική και η ενδυματολογική φαντασία στέρεψε. Η Έφη Χαραλάμπους, ο Κωνσταντίνος Γαβριήλ, ο Μάριος Στυλιανού, ο Πάνος Ζαμπακίδης είναι άνετοι μέσα στους ρόλους των φυσικών και των αφύσικων όντων.