Άραγε η -αναπόφευκτη- αλλαγή στη γλώσσα συνιστά προμελετημένη φθορά;

Πολλοί που ενδιαφέρονται για τα γλωσσικά συχνά ανησυχούν γιατί η γλώσσα αλλάζει. Αν και δεν έχει ακόμα βρεθεί γιατί συμβαίνει αυτό πρόκειται για ένα καθολικό χαρακτηριστικό της γλώσσας και ισχύει για όλες τις γλώσσες του κόσμου. Μόνο οι νεκρές γλώσσες, όπως ας πούμε τα Λατινικά δεν αλλάζουν, αν και αραιά και πού θα πετύχετε ακόμα κάποιον παθιασμένο ομιλητή τους σε κάποιο πανεπιστήμιο, που δεν μπορεί όμως από μόνος του να επιδράσει στη γλώσσα ώστε να την αλλάξει.

H αλλαγή της γλώσσας συμβαίνει γιατί χιλιάδες και εκατομμύρια ομιλητές χρησιμοποιούν τη γλώσσα σε καθημερινή βάση, προσπαθούν να εκφράσουν τον κόσμο, που επίσης αλλάζει, προσπαθούν να βαφτίσουν καινούργιες έννοιες, μεταφέρουν λέξεις από άλλες γλώσσες και τις προσαρμόζουν στη δική τους και πάει λέγοντας. Ενώ για χιλιάδες χρόνια λέγαμε «θύρα» τώρα πια λέμε «πόρτα» από το αντίστοιχο ιταλικό. Και αυτό δεν έγινε ούτε ξαφνικά, ούτε εν μία νυκτί αν και δεν υπάρχει σαφής απάντηση γιατί έγινε. Όμως αφότου έγινε πέρασε στην καθημερινή χρήση και εν τέλει η λέξη πόρτα, πολιτογραφήθηκε, όπως λέμε ελληνική.

Γι’ αυτό κλίνεται (η πόρτα, της πόρτας, αλλά και οι πόρτες των πορτών), κάνει σύνθετα (καμαρόπορτα, πορτοπαράθυρο), παράγει ουσιαστικά (πορτιέρης) και γενικά λειτουργεί μέσα στο σύστημα της γλώσσας. Όμως και η θύρα δεν χάθηκε εντελώς.  Αντίθετα, υπάρχει στα σύνθετα (στο παράθυρο ας πούμε και στα θυρανοίξια, στον αθυρόστομο και στο θυροτηλέφωνο), αλλά λειτουργεί και σε ένα άλλο υφολογικό επίπεδο. Λέμε ας πούμε πως αυτός «παραβιάζει ανοικτές θύρες», δηλαδή την κοινή λογική ή η δίκη έγινε «κεκλεισμένων των θυρών» και όχι ασφαλώς των πορτών.

Όσοι φοβούνται την αλλαγή υποστηρίζουν πως η λέξη «πόρτα», για να μείνουμε στο παράδειγμά μας, συνιστά φθορά της γλώσσας. Η αντίληψη όμως της αλλαγής ως προμελετημένης φθοράς δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα της γλώσσας. Και η αλλαγή δεν είναι μόνο λεξιλογική, αν και συνήθως αυτό προσέχουμε. Και η προφορά αλλάζει και η γραμματική δομή. Διαβάζοντας αρχαία ελληνικά, για να μείνουμε και πάλι στα δικά μας, αυτό που μας δυσκολεύει δεν είναι μόνο η αλλαγή στη σημασία των λέξεων, αλλά και η γραμματική και συντακτική δομή, ενώ αν ήταν δυνατό να ακούσουμε τα αρχαία να ομιλούνται σίγουρα θα ήταν και η προφορά.

Πολλοί επιμένουν να ερμηνεύουν τη σημασία των λέξεων με αυτό που σήμαιναν κάποτε. Έτσι, φτάνουν, όπως διατείνονται, σε πιο ουσιαστικά συμπεράσματα για τη σημασία των λέξεων γιατί θα μας πουν λ.χ. ότι η αλήθεια είναι λέξη πλατωνική από το α στερητικό και τη λήθη που σημαίνει να μην ξεχνάμε, να θυμούμαστε δηλαδή αυτά που έζησε κάποτε η ψυχή μας, στον αληθινό κόσμο των ιδεών. Αυτή είναι μια πολύ καλή ανάλυση της πλατωνικής έννοιας της αλήθειας, όμως αλήθεια στο σημερινό κόσμο σημαίνει το να λες τα πράγματα όπως είναι, χωρίς να παραλείπεις, να προσθέτεις ή να αφαιρείς τίποτε. Ο υπουργός με την πρώτη του σημασία σήμαινε τον δούλο. Σήμερα, ασφαλώς έχει πολύ διαφορετική σημασία, αν και θα υπάρξουν κι αυτοί που θα σου πουν πως ο υπουργός είναι δούλος του λαού! Όμως η συγχρονική χρήση των λέξεων δεν γίνεται με κουτοπονηριές.

Επομένως, η σημασία των λέξεων πρέπει να ερμηνεύεται με βάση την παρούσα κατάσταση και όχι αυτό που σήμαιναν κάποτε, που είναι και πάλι χρήσιμο για ιστορικούς, επιστημονικούς και άλλους λόγους όχι όμως για να ερμηνεύσουμε τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα. Γενικώς, η αντίληψη της εξέλιξης της γλώσσας ως φθοράς παρουσιάζεται συχνά και όχι σπάνια γίνεται προσφιλής, αν και δεν έχει καμιά απολύτως επιστημονική βάση. Ο Γερμανός γλωσσολόγος Hans Weigel, σαρκαστικά επισημαίνει πως «ήδη κατά την εποχή του χαλκού θα υπήρχαν παράπονα ότι η γλώσσα έπαψε να είναι αυτό που ήταν την παλιά καλή εποχή του λίθου»!