Η αναβίωση των θερινών κινηματογράφων έχει το άρωμα του γιασεμιού και τη σφραγίδα μιας νέας γενιάς που επιμένει να νοσταλγεί και να ονειρεύεται.

Σαν παλιό σινεμά…

Τα τελευταία χρόνια, τα κινηματογραφικά καλοκαίρια μοιάζουν με φλάσμπακ στην δεκαετία του ’60. Τότε οι Κυριακές μύριζαν «αγιόκλημα και γιασεμιά». Είχαν «τραπεζάκια έξω», παγωμένη μπυρίτσα, Μαίρη Λίντα στο γραμμόφωνο και δυο ταινίες στον τοίχο της αυλής.

Cine Aίγλη

Στην υπαίθρια οθόνη προβάλλονταν τα έργα της «σήμερον»: ένα ελληνικό (κωμωδία ή μελόδραμα) κι ένα ξένο, κατά προτίμηση καουμπόικο. Βέβαια το ζήτημα δεν ήταν τόσο η ίδια η ταινία, όσο η έξοδος για όλη την οικογένεια. Ήταν η  ευκαιρία για χαλαρή σύναξη της γειτονιάς, λίγη δροσιά στη «θερινή ραστώνη» (για να χρησιμοποιήσω μια λέξη-κλισέ της εποχής).

Καθώς φεύγαν «τα καλύτερα μας χρόνια» -όπως τραγούδησε στη συνέχεια ο Κηλαηδόνης- οι θερινοί κινηματογράφοι έσβηναν. Όταν φτάσαμε στο ογδόντα, το κοινό υποκλινόταν στη θαλπωρή της τηλεόρασης και στη γοητευτική μοναξιά της βιντεοκασέτας.

Οι γειτονιές ξυπνούσαν τα βράδια, μονάχα από τον θόρυβο της εξάτμισης κάποιας περαστικής μοτοσικλέτας. Η κρίση έμοιαζε ατελείωτη σαν έφτασε στη ζωή μας η επανάσταση του streaming. Γιατί να εγκαταλείψεις την τεχνητή δροσιά του κλιματιστικού, ξαπλωμένος στον καναπέ, με χιλιάδες επιλογές στην οθόνη; Ευτυχώς, ο θεός του σινεμά είχε άλλα σχέδια…

Η καλοκαιρινή «επανάσταση» της GenZ

Και να λοιπόν που οι κινηματογράφοι άρχισαν να ανθίζουν ξανά στις αυλές μας, σαν το γιασεμί. Και όχι μόνο στις αυλές. Πλέον, επιστρατεύεται ένα πλούσιο ρεπερτόριο υπαίθριων χώρων: ταράτσες πολυκαταστημάτων και μουσείων, αυλές καφενείων και βιβλιοπωλείων, μικρά αμφιθέατρα, κήποι, πάρκα, αμμουδιές, παραλιακά μπαράκια.

Ενίοτε η μπύρα και τα πασατέμπο συμπεριλαμβάνονται στο μενού, όπως παλιά. Η καλή παρέα και το ρομάντζο κάτω από τα αστέρια είναι επίσης δεδομένα και ας παραμονεύει επάνω στην ψάθινη καρέκλα ο πειρασμός του κινητού.

Περιέργως, η  νεότατη Gen-Z ευθύνεται περισσότερο από όλους για την πρόσφατη αναβίωση. Όχι γιατί μεγάλωσε με τις διηγήσεις του παππού και της γιαγιάς, για εκείνα τα όμορφα χρόνια που «κάποιος τους τα πήρε βιαστικά». Αλλά γιατί βίωσε την αβάσταχτη ελαφρότητα και την κόπωση των οθονών περισσότερο από κάθε άλλη γενιά.

Αισθάνθηκε στην εφηβική ψυχή της τον οικιακό περιορισμό της πανδημίας, τα αδιέξοδα που έφεραν χιλιάδες μοναξιές, κλεισμένες στις τσιμεντουπόλεις. Κατά κάποιο τρόπο οι βερμούδες, τα φλιπ-φλοπ που βαδίζουν επάνω στο χαλικόστρωτο και οι λευκές καρέκλες του σκηνοθέτη συμβολίζουν μια μίνι κοινωνική επανάσταση. Ένα επαναπροσδιορισμό αξιών, την ανίχνευση μιας χαμένης συλλογικότητας.

Μακριά από την «προκάτ» ψυχαγωγία του smartphone, κοντύτερα στους αναρριχώμενους κισσούς και τις βουκαμβίλιες.

Οι πρώτοι θερινοί κινηματογράφοι

Εννοείται πως το έναστρο σινεμά δεν περίμενε τους σημερινούς εικοσάρηδες να το ανακαλύψουν. Οι πλανόδιοι κινηματογράφοι ήταν συνηθισμένο θέαμα «εις τας Ευρώπας», ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Il Cinema Ritrovato

Τότε, εκατοντάδες «Σινεμά ο Παράδεισος» άρχισαν να ξεπροβάλλουν στις πλατείες, τις παραλίες, τις μπυραρίες και τα καφενεία. Έγιναν η Commedia dell’arte της βιομηχανικής εποχής, οχήματα λαϊκής ψυχαγωγίας σε ένα κόσμο που άλλαζε. Αν ο καιρός ήταν αποτρεπτικός, υπήρχε και η επιλογή του drive-in.

Η μόδα καθιερώθηκε (πού αλλού;) στις πόλεις της Αμερικής, με τους τεράστιους χώρους στάθμευσης και την ψύχωση για τα μεγάλα αυτοκίνητα.

Λέγεται πως το 1958, υπήρχαν τέσσερις χιλιάδες τέτοιοι κινηματογράφοι. Σήμερα μπορούμε μονάχα να φανταστούμε το σκίρτημα του νεαρού, ερωτευμένου ζευγαριού που παρακολουθεί την πρεμιέρα του «Gigi» από τις πολυθρόνες μιας γυαλιστερής Ford Thunderbird, πλάι σε εκατοντάδες άλλα αμάξια, κάπου στην Καλιφόρνια.

Η εμπειρία των σύγχρονων drive-in διατηρεί μέρος εκείνης της γοητείας, κάτι που ισχύει και για τους σημερινούς θαμώνες του Σινεμά Αίγλη, του πιο παλιού θερινού κινηματογράφου στην Ευρώπη. Από το 1910, αυτός ο όμορφος χώρος στο Ζάππειο συνεχίζει να μεγαλώνει γενιές κινηματογραφόφιλων. Αποτελεί ιστορική περίπτωση, ακριβώς όπως το Σινέ Κήπος στα Χανιά (1915) ή το Sun Pictures στο Μπρουμ της Δυτικής Αυστραλίας (1916).

Η ανάγκη μας για νοσταλγία

Μια νοητή γραμμή ενώνει τη ρομαντική belle-epoque και τη μηχανιστική εποχή μας. Η ίδια που εκτείνεται ανάμεσα στο Il Cinema Ritrovato της Μπολόνια, το Cine Abierto της Ανδαλουσίας, το δικό μας θερινό Κωνστάντια της Λευκωσίας και το Cine Paris, με φόντο την Ακρόπολη. Είναι η πανάρχαια ανάγκη να συναντηθούμε όλοι μαζί, έκθαμβοι κάτω από τα αστέρια, μέσα στην καλοκαιρινή δροσιά και την υγρασία.

Εκεί όπου τα τεκταινόμενα ή τα προβαλλόμενα γίνονται πανδαισία αισθήσεων, μέσα από τη μυρωδιά των λουλουδιών, την αύρα της θάλασσας ή ακόμα και την κολόνια του διπλανού μας. Γιατί η ψηφιακή εποχή έχει ανάγκη τις αναλογικές νοσταλγίες: αυτή την αίσθηση του δεσμού και της συνέχειας ανάμεσα στις γενιές.

Sun Pictures

Οι καλοκαιρινές νύχτες είναι για τέτοιες σκέψεις και βιώματα. Γιατί όταν ξαναβλέπεις το «Αμελί» μετά από μια εικοσιπενταετία, παρέα με το φεγγάρι, είναι σαν να το αντικρύζεις για πρώτη φορά. Η συγκίνηση από το «Hamnet» φέρει την αύρα του σαιξπηρικού Globe Theatre μέσα στο ανοιχτό αμφιθέατρο.

Η «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ υπερβαίνει, θαρρείς, τη βαρύτητα όταν τη θαυμάζεις κάτω από τον νυχτερινό ουρανό. Ακόμα και η νέα «Οδύσσεια» του Νόλαν γίνεται πιο ταξιδιάρικη, πλάι στον γλυκό παφλασμό των κυμάτων. Οι αισθήσεις μας, αίφνης, συντονίζονται και η παλιά μαγεία του σινεμά ξαναρχίζει.

Ελεύθερα, 12.07.2027