«Η φιγούρα που βλέπετε στο βίντεο είναι ο γιος μου, ο Παναγιώτης Θεοφίλου, ο πυροσβέστης 3520 της ΕΜΑΚ. Κατεβαίνει από το δεκάτονο και εφαρμόζει μια προσωπίδα στο κεφάλι του, 25 λεπτά πριν το μεγάλο μπαμ. Κοιτάξτε στο βάθος την πυρκαγιά στα εμπορευματοκιβώτια… Ήταν θέμα χρόνου να εκραγούν. Λυπάμαι πολύ. Τέτοιες μέρες η ψυχή μου σπαράζει».
Πρόκειται για παλαιότερη ανάρτηση του Μιχάλη Θεοφίλου, η οποία κάθε 11η Ιουλίου ζωντανεύει εκείνον τον εφιάλτη. Δεν περιγράφει μόνο τις τελευταίες στιγμές του παιδιού του. Περιγράφει τη στιγμή που κατέρρευσε με πάταγο η ψευδαίσθηση πως το κυπριακό κράτος λειτουργεί. Είναι μια μαρτυρία που δεν αφήνει περιθώριο για υπεκφυγές. Γιατί απέναντι στον ηρωισμό εκείνων που έτρεξαν προς τον κίνδυνο, ορθώνεται η εγκληματική ανευθυνότητα εκείνων που επί δυόμισι χρόνια έβλεπαν τον κίνδυνο να μεγαλώνει και επέλεγαν να μην κάνουν τίποτε.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν θυμόμαστε την τραγωδία στο Μαρί. Η απάντηση αυτονόητη. Ουδείς από όσους ζήσαμε εκείνη την τραγωδία, μπορεί να την ξεχάσουμε ποτέ. Για όσο θα ζούμε. Η πραγματική ερώτηση είναι αν διδαχθήκαμε από αυτό. Η απάντηση είναι, δυστυχώς, αφοπλιστικά απλή: Όχι.
Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα όπως χθες, το κράτος θυμάται. Τελούνται τρισάγια. Κατατίθενται στεφάνια. Εκφωνούνται λόγοι για τους 13 ήρωες. Όλοι υποκλίνονται στη θυσία τους. Την επόμενη κιόλας ημέρα, όμως, επιστρέφουμε στην ίδια κρατική κουλτούρα που γέννησε την τραγωδία. Στον ίδιο ωχαδερφισμό. Στην ίδια προχειρότητα. Στην ίδια επιφανειακή διαχείριση. Στην ίδια γραφειοκρατική αδράνεια. Στην ίδια μετάθεση ευθυνών. Στην ίδια ατιμωρησία.
Το Μαρί δεν ήταν ένα μεμονωμένο δυστύχημα. Ήταν η πιο βίαιη έκφραση μιας νοοτροπίας που εξακολουθεί να διαπερνά το κράτος. Γι’ αυτό και μετά το 2011 δεν σταμάτησαν να εμφανίζονται μικρά και μεγάλα «Μαρί».
Οι καταστροφικές πυρκαγιές στη Σολέα, στον Αρακαπά, στην Οδού και πέρσι στη Λεμεσό (με δύο νεκρούς) δεν οφείλονταν μόνο στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Οφείλονταν και σε διαχρονικές αδυναμίες. Σε ελλείψεις. Σε καθυστερήσεις. Σε έναν κρατικό μηχανισμό που συχνά αποδεικνύεται λιγότερο έτοιμος από όσο διαβεβαιώνει.
Η υπόθεση του κατά συρροή δολοφόνου αποκάλυψε ένα κράτος που αγνόησε απελπισμένες καταγγελίες γυναικών μέχρι που ήταν πλέον αργά. Η υπόθεση του δεκαπεντάχρονου Στυλιανού, που βρίσκεται αυτές τις μέρες στο δικαστήριο, αποκάλυψε ξανά τις τραγικές αδυναμίες των μηχανισμών προστασίας των παιδιών.
Το κούρεμα των καταθέσεων και η κατάρρευση του Συνεργατισμού αποκάλυψαν ότι η ανευθυνότητα δεν σκοτώνει μόνο ανθρώπους. Μπορεί να διαλύσει οικονομίες, να εξαφανίσει κόπους μιας ζωής και να οδηγήσει χιλιάδες οικογένειες στην ανασφάλεια.
Το σκάνδαλο των «χρυσών διαβατηρίων» διέσυρε διεθνώς την Κυπριακή Δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας πως όταν οι θεσμοί λειτουργούν με γνώμονα το πρόσκαιρο όφελος αντί το δημόσιο συμφέρον, η ζημιά είναι πολύ βαθύτερη από έναν αρνητικό τίτλο στον ξένο Τύπο.
Η πυρκαγιά με τους χιλιάδες τόνους ελαστικών, που σκέπασε κοινότητες με τοξικό νέφος, ήρθε παρά τις προειδοποιήσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας χρόνια πριν. Ακόμη μία φορά, οι προειδοποιήσεις υπήρχαν. Εκείνο που απουσίαζε ήταν η βούληση.
Ακόμη και στην Εθνική Φρουρά, οι απώλειες στελεχών τα τελευταία χρόνια υπενθύμισαν ότι η ασφάλεια δεν είναι ποτέ αυτονόητη όταν οι διαδικασίες και οι έλεγχοι αντιμετωπίζονται ως τυπική υποχρέωση. Δεν είναι τυχαία όλα αυτά. Συνδέονται μεταξύ τους με ένα αόρατο αλλά πανίσχυρο νήμα. Τη νοοτροπία.
Το περίφημο πόρισμα Πολυβίου δεν μιλούσε μόνο για εκρηκτικά, κοντέινερ και επιχειρησιακά λάθη. Περιέγραφε ένα κράτος εγκλωβισμένο στις πελατειακές σχέσεις, στην ανεπάρκεια, στην αλαζονεία της εξουσίας και στην απουσία λογοδοσίας.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, θα ήταν δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό το μοντέλο ανατράπηκε. Άλλαξαν πρόσωπα. Δεν άλλαξε η κουλτούρα. Και όσο δεν αλλάζει η κουλτούρα, θα συνεχίσουμε να ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι οι τραγωδίες είναι «κακές στιγμές». Δεν είναι. Είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα ενός συστήματος που ανέχεται το λάθος, συγχωρεί την αμέλεια και σχεδόν ποτέ δεν τιμωρεί τους πραγματικά υπεύθυνους.
Στο τέλος, σχεδόν πάντα πληρώνουν οι ίδιοι. Οι πολίτες. Άλλοτε με τις οικονομίες τους. Άλλοτε με την υγεία τους. Άλλοτε με την αξιοπρέπειά τους. Κάποτε, όπως στο Μαρί, και με τη ζωή τους.
Αν πραγματικά θέλουμε να τιμήσουμε τους 13 ήρωες, δεν αρκούν τα στεφάνια, οι μεσίστιες σημαίες και οι επετειακοί λόγοι. Η μεγαλύτερη τιμή στη μνήμη τους θα είναι η ημέρα που το κράτος θα πάψει να λειτουργεί σαν να μην προηγήθηκε ποτέ η 11η Ιουλίου 2011. Αποδεικνύοντάς το στις πράξεις. Όχι στα λόγια.
Μέχρι τότε, η έκρηξη στο Μαρί δεν θα ανήκει μόνο στην Ιστορία. Θα εξακολουθεί να είναι το πιο ακριβές πορτρέτο της Κύπρου, που αρνείται να αλλάξει.