Με πορεία ανάμεσα στην υποκριτική και τη σκηνοθεσία, αναζητά στους ρόλους τις αντιφάσεις του ανθρώπου και στα έργα τις ερωτήσεις που παραμένουν ζωντανές στον χρόνο. Από την αρχαία τραγωδία έως τη σύγχρονη σκηνή, συνομιλεί με το θέατρο με διάθεση αναζήτησης και μια σταθερή ανάγκη για αλήθεια.
Με αφορμή την ερμηνεία του ως Ετεοκλή στην τραγωδία του Αισχύλου «Επτά επί Θήβας», ο γνωστός ηθοποιός μιλά για τις αντιφάσεις ενός ήρωα που κινείται ανάμεσα στην ευθύνη και την εξουσία, για τις προκλήσεις της αρχαίας δραματουργίας στη σύγχρονη εποχή και για όσα του έχει διδάξει μέχρι σήμερα η πορεία του. Για τη δύναμη της ομάδας, την αποδοχή του λάθους, τις στιγμές που διαμορφώνουν έναν καλλιτέχνη και για εκείνη τη μοναδική πολύτιμη συνθήκη του θεάτρου: ότι κάθε παράσταση αφήνει πίσω της μια στιγμή που δεν θα επιστρέψει ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
-Ποιες σκέψεις κάνεις ερμηνεύοντας τον Ετεοκλή; Ο Ετεοκλής είναι ένας αμφίσημος ήρωας. Ειδικά στην προσέγγιση της παράστασής μας. Δεν είναι απλώς ο προστάτης της πόλης απέναντι στον εχθρό. Είναι ταυτόχρονα ο ηγέτης που αρνήθηκε -καλώς ή κακώς- να παραδώσει την εξουσία στον αδελφό του, όπως προέβλεπε η συμφωνία που είχε προκύψει μετά τις επιθυμίες του πατέρα τους, του Οιδίποδα. Είναι, λοιπόν, και ήρωας και αντιήρωας: από τη μία υπερασπίζεται την πόλη και από την άλλη αγωνίζεται να διατηρήσει την εξουσία του. Αγαπά την πατρίδα του, αλλά χρησιμοποιεί και αυτή την αγάπη για να συσπειρώσει, ακόμη και να φανατίσει, τον λαό προς την κατεύθυνση που ο ίδιος επιθυμεί. Ως ηθοποιός, αυτή η διττότητα έχει μεγάλο ενδιαφέρον κι η σκέψη αναγκαστικά έχει συγκρούσεις και αντιφάσεις. Από τη μία χρειάζεται να κατανοήσω και να υπερασπιστώ τα κίνητρά του· από την άλλη, να φωτίσω και τις πιο σκοτεινές ή δύσκολες πλευρές του χαρακτήρα, χωρίς να τις δικαιολογήσω ή να τις καταδικάσω.
-Ποια ήταν λοιπόν, η πρόκληση για σένα; Πέρα από την εγγενή πρόκληση που έχει κάθε ανέβασμα ενός έργου της αρχαίας δραματουργίας -δηλαδή πώς συνομιλεί με το σήμερα χωρίς να χάνει την ουσία του- υπάρχει και η ιδιαίτερη συνθήκη μιας παράστασης σε ανοιχτό χώρο, που απαιτεί διαφορετική διαχείριση της ενέργειας, του λόγου και της σκηνικής παρουσίας του ηθοποιού. Στη δική μας παράσταση υπάρχουν και πιο ειδικές προκλήσεις. Στο πλαίσιο μιας συμβολικής αλλά και ουσιαστικής σύνδεσης των θεμάτων του έργου με κάτι διαχρονικό και παγκόσμιο, γίνεται χρήση πολυγλωσσίας. Ξένες λέξεις και φράσεις παρεμβάλλονται δίνοντας έμφαση και υπογραμμίζοντας όσα λένε οι χαρακτήρες. Για μένα, η πρόκληση ήταν να υπηρετήσω αυτόν τον μεικτό λόγο με ισορροπία, συνέπεια και οργανικότητα, ώστε να αποτελεί φυσικό μέρος της ερμηνείας. Παράλληλα, ερμηνεύω τον Ετεοκλή, αλλά συμμετέχω και ως μέλος του Χορού. Αυτό απαιτεί συνεχείς και άμεσες μεταβάσεις ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης πάνω στη σκηνή: από την ατομική φωνή και ευθύνη του κεντρικού προσώπου στη συλλογική υπόσταση του Χορού και αντίστροφα.

-Ποιους ρόλους προτιμάς να ερμηνεύεις ή να σκηνοθετείς; Τι αναζητάς σε έναν ρόλο πριν πεις το «ναι»; Νομίζω ότι συνδέεται άμεσα με την έννοια της πρόκλησης που αναφέραμε και πριν. Προτιμώ έργα και ρόλους που με καλούν να αναμετρηθώ ξανά με κομμάτια του εαυτού μου, που συνομιλούν με το τώρα, με έναν τρόπο που με αφορά, αλλά και που με προκαλούν να δοκιμάσω και να διευρύνω τις υποκριτικές μου δυνατότητες. Το ίδιο συμβαίνει και με τα έργα που επιλέγω να σκηνοθετήσω. Εκεί, ίσως ακόμη περισσότερο, επειδή η σκηνοθεσία δεν είναι η βασική μου ιδιότητα, είμαι πιο επιλεκτικός ως προς την πρώτη, πρωτογενή σχέση που δημιουργώ με ένα κείμενο. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να το αγαπήσω, να το ερωτευτώ. Ως ηθοποιός, όμως, υπάρχει και μια άλλη μεγάλη χαρά: η δυνατότητα να αφεθείς και να εμπιστευτείς το όραμα ενός σκηνοθέτη. Και όταν αυτή η εμπιστοσύνη λειτουργήσει πραγματικά -κάτι που δεν συμβαίνει πάντα, αλλά είναι από τα πιο όμορφα πράγματα στην πορεία μιας παράστασης όταν συμβαίνει- τότε το προσωπικό όραμα του σκηνοθέτη μετατρέπεται σε κοινό όραμα ολόκληρης της ομάδας.
-Ποια η μεγαλύτερη αγωνία σου πριν την πρεμιέρα; Είναι κάπως αστείο, αλλά είναι μια πολύ βασική, σχεδόν «σχολική», αγωνία του ηθοποιού: να θυμηθώ τα λόγια μου.
-Πώς έχει αλλάξει η σχέση σας με την υποκριτική όσο ωριμάζεις ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης; Πείθομαι όλο και περισσότερο για το πόσο μικρή σημασία έχει το εγώ μέσα στην υποκριτική διαδικασία. Το να παίζεις έναν ρόλο σημαίνει να επιδιώκεις κάτι σε σχέση με τον άλλον -τον συμπαίκτη ή τον θεατή. Είσαι οι δράσεις σου και οι σκέψεις σου μέσα σε μια σχέση. Δεν είναι μια αυτοαναφορική ή αυτοθαυμαστική σχέση με έναν ρόλο. Νομίζω ότι έχω μάθει να εκτιμώ περισσότερο τη δύναμη της ομάδας παρά την ατομική επίτευξη. Έχω μάθει επίσης να αποδέχομαι το λάθος και να παραμένω ανοιχτός σε αυτό. Πολλές φορές, μέσα από το «λάθος» γεννιούνται τα πιο απρόσμενα και όμορφα πράγματα.
-Αν κοιτάξεις πίσω στην πορεία σου, ποια στιγμή θεωρείς ότι σε διαμόρφωσε περισσότερο ως ηθοποιό; Δεν υπάρχει μία τέτοια στιγμή – ή τουλάχιστον εγώ δεν το βλέπω έτσι. Δεν πιστεύω ότι είναι μια μεμονωμένη στιγμή που σε διαμορφώνει. Νομίζω ότι είναι οι διαδικασίες, οι διαδρομές, οι συνεργασίες και οι συναντήσεις με ανθρώπους. Είναι ο χρόνος και οι σχέσεις που χτίζεις μέσα από την πορεία σου στο θέατρο. Είναι πράγματα που γράφουν πάνω σου, στον τρόπο που βλέπεις και τοποθετείς τον εαυτό σου μέσα σε αυτόν τον χώρο. Είναι οι συνεχείς επιλογές που κάνεις, αλλά και ίσως κυρίως- τα όχι που έχεις το θάρρος να πεις. Αν ξεχώριζα κάποιες σημαντικές στιγμές, θα μιλούσα για πράγματα που συνέβησαν ή ειπώθηκαν σε ένα μάθημα στη σχολή από κάποιον δάσκαλο ή μέσα σε μια πρόβα από έναν σκηνοθέτη, τα οποία άνοιξαν μια διαφορετική πόρτα κατανόησης ή φαντασίας. Μικρούς σταθμούς που, σχεδόν ανεπαίσθητα, διαμόρφωσαν τον τρόπο που σκέφτεσαι και δημιουργείς ως ηθοποιός και που μπορεί να τα θυμηθείς και να τα ξαναφέρεις στη μνήμη σου ακόμη και χρόνια μετά. Ο Αντρέας Βουτσινάς ήταν ένας τέτοιος δάσκαλος. Σου έδινε συνεχώς «τροφή» για τη σκέψη και τη φαντασία. Ένα μικρό παράδειγμα: σε κάθε μάθημα έπαιρνε παρουσίες διαβάζοντας τα ονόματα από τη λίστα και για καιρό έκανε τα ίδια αστεία και παρόμοιους συνειρμούς με τα ονόματά μας. Κάποια στιγμή, ενώ διάβαζε τα ονόματα, σταμάτησε και μας είπε: «Εσείς νομίζετε ότι γέρασα και το έχασα και λέω κάθε φορά τα ίδια ή ότι τρώω χρόνο από το μάθημα. Αλλά εγώ σας μαθαίνω πως κάθε μέρα στο θέατρο θα έχετε να πείτε τα ίδια λόγια και πρέπει κάθε φορά να είναι καινούργια – και να μην τα βαριέστε πρώτα απ’ όλα εσείς».
–Τι σε έκανε να επιλέξεις το θέατρο ως τρόπο ζωής; Νομίζω ότι μέσα σε αυτή την επιλογή συμπύκνωσα την αντίστασή μου και την επανάστασή μου απέναντι στα «πρέπει» μιας διαφορετικής «κανονικής» ζωής. Είχα, επίσης, μια βαθιά ανάγκη για σύνδεση με τους ανθρώπους. Και τι καλύτερο μέρος για να συνδεθείς ουσιαστικά και ειλικρινά από έναν χώρο όπου όλοι γνωρίζουν το προσυμφωνημένο ψέμα; Έναν χώρο όπου ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει η δυνατότητα να μιλήσουμε πιο αληθινά και να απογυμνωθούμε πιο άμεσα.
-Υπάρχει κάποιος ρόλος που ακόμη σε ακολουθεί, ακόμη κι αφού τελείωσε η παράσταση; Με επισκέπτονται, μετά από καιρό, οι ρόλοι που με κάνουν να πω: «Α, τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε εδώ. Τώρα καταλαβαίνω πώς θα μπορούσα να το είχα παίξει τότε». Αλλά είναι εντάξει. Δεν πειράζει. Τους βάζεις μέσα στο προσωπικό σου «σεντουκάκι» και τους επισκέπτεσαι κάποιες φορές, αλλά αποδέχεσαι ότι έχουν πια περάσει. Και αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό που σου μαθαίνει το θέατρο: την αξία του τώρα. Γιατί μια παράσταση δεν είναι ποτέ ίδια. Στο τέλος κάθε παράστασης κάτι πεθαίνει, κάτι που δεν θα ξανασυμβεί ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει κάθε παράσταση πολύτιμη.
-Όταν σκηνοθετείς, τι βλέπεις διαφορετικά απ’ ό,τι όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή; Έχεις μια πιο άμεση και καθολική εικόνα αυτού που δημιουργείται. Ως ηθοποιός, η οπτική σου είναι αναγκαστικά πιο επιμερισμένη, περιορισμένη μέσα στη δική σου διαδρομή και ευθύνη πάνω στη σκηνή. Ως σκηνοθέτης, αντίθετα, έχεις την ευθύνη να διαχειριστείς το σύνολο, να συνθέσεις όλα τα επιμέρους στοιχεία και να καθοδηγήσεις όλο το «καράβι» της πρόβας και της παράστασης.
-Ποιες αλλαγές βλέπεις τα τελευταία χρόνια στο θέατρο στην Ελλάδα και την Κύπρο; Βλέπω να υποχωρεί η αυθεντία και η αντίληψη του αλάνθαστου σκηνοθέτη, που ανταποκρινόταν σε μια σχεδόν πατερναλιστική μορφή σχέσεων μέσα στην πρόβα. Νομίζω ότι οι νεότερες γενιές δημιουργών είναι πιο outspoken, πιο διεκδικητικές. Βλέπω συνεχώς νέους ανθρώπους και ομάδες που αναζητούν και διεκδικούν χώρο, που έχουν καλλιτεχνικά αλλά και πολιτικά κάτι να πουν. Βλέπω επίσης μια διαφορετική αντίληψη γύρω από τη συμπεριληπτικότητα στο θέατρο. Ο δρόμος, βέβαια, είναι ακόμη μακρύς και οι προκλήσεις πολλές. Δεν είναι κάτι που έχει ολοκληρωθεί ή έχει ήδη κατακτηθεί· είναι μια διαρκής διαδικασία. Πιστεύω, επίσης, ότι έχουν αλλάξει και αυτά που αναζητά το κοινό. Ζούμε σε μια πραγματικότητα υποταγμένη στην οθόνη και στην επικοινωνία μέσα από ένα μέσο. Το θέατρο, ακριβώς γι’ αυτό, μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου ξανασυναντάμε τα πράγματα άμεσα και ωμά, όπου αφήνουμε τη φαντασία μας να λειτουργήσει ελεύθερα και όχι μέσα σε μια εύκολη σχέση κατανάλωσης εικόνων.
-Πόσο εύκολο είναι σήμερα για έναν ηθοποιό να επιβιώσει επαγγελματικά; Τρομερά δύσκολο. Το επάγγελμα του ηθοποιού δοκιμάζεται από τη γενικότερη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Κι ενώ η τέχνη έχει ζωτική σημασία για μια κοινωνία, συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι δευτερεύον -σαν τον φτωχό συγγενή σε επίπεδο πολιτειακής στήριξης και χρηματοδότησης- ή ακόμη και ως ένα είδος πολυτέλειας.
-Τι εύχεσαι να παίρνει μαζί του ο θεατής όταν φεύγει από μια παράστασή σου; Την αίσθηση ότι δεν είναι μόνος. Ακόμη και σε μια αγωνία που μπορεί να κουβαλάς, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεις ότι δεν είναι μόνο δική σου. Να μπορείς, μέσα από την τέχνη του θεάτρου και τη συλλογική εμπειρία μιας παράστασης, να συναντήσεις κάτι βαθιά ανθρώπινο που μας συνδέει όλους.
-Ποιο είναι το επόμενο καλλιτεχνικό όνειρο που δεν έχεις ακόμη πραγματοποιήσει; Καλωσορίζω και περιμένω με χαρά το άγνωστο και το επόμενο σε κάθε καλλιτεχνικό όνειρο που μοιράζομαι με τη θεατρική μου οικογένεια, τους ανθρώπους που αγαπώ να δουλεύουμε μαζί. Σε πιο προσωπικό επίπεδο, ως ηθοποιός, να μη φοβάμαι. Να μη σκέφτομαι. Να μπορώ να είμαι συνεχώς ελεύθερος πάνω στη σκηνή. Κατά καιρούς το καταφέρνεις, αλλά δεν σταματάς ποτέ να παλεύεις γι’ αυτό.
- INFO: Επτά επί Θήβας του Αισχύλου από τη Θεατρική Ομάδα Persona σε σκηνοθεσία Λέας Μαλένη. Παραστάσεις: 27 & 28/7 Αμφιθέατρο Μακάριος Γ’, Σχολή Τυφλών. 31/7 και 1/8, Αρχαίο Θέατρο Κουρίου. Ώρα έναρξης 9μ.μ. Προσέλευση στο θέατρο στις 8μ.μ. Εισιτήρια: soldoutticketbox
Ελεύθερα, 19.07.2026