Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟ Ελληνοαλβανός δημιουργός πασπαλίζει την καθημερινότητα με νιφάδες ονείρου και επιλέγει το χειροποίητο απέναντι στο ψηφιακό.
Φέρνει στο Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας το «Goodbye, Lindita», την άφωνη, βαθιά προσωπική παράσταση που τον ανέδειξε ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες φωνές του ευρωπαϊκού θεάτρου. Με αφετηρία τη μνήμη της Αλβανίας των παιδικών του χρόνων και τις τελετουργίες του πένθους, ο κάτοχος του Αργυρού Λέοντα της Μπιενάλε Θεάτρου Βενετίας Μάριο Μπανούσι συνθέτει ένα θέατρο εικόνων, σωμάτων, ήχων και αντικειμένων, όπου το προσωπικό αποκτά οικουμενικές διαστάσεις. Ο ήδη πολυσυζητημένος σκηνοθέτης συστήνεται για πρώτη φορά στο κυπριακό κοινό την ημέρα που κλείνει τα 28 του χρόνια και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να το γιορτάσει κανείς αυτό από μια παράσταση.
–Ποιος ήταν ο Μάριο Μπανούσι πριν γίνει σκηνοθέτης και ποια εμπειρία τον έφερε στο θέατρο; Είμαι από τις περιπτώσεις ανθρώπων που από μικρός έλεγα ότι θα ασχοληθώ με το θέατρο. Δεν ξέρω ακριβώς ποιο ήταν το έναυσμα. Δεν είχα κάποιον συγγενή που να εμπλέκεται με την τέχνη. Από παιδάκι, μ’ άρεσε να μιμούμαι τους δικούς μου: τη φωνή της γιαγιάς, το περπάτημα του θείου μου. Παράλληλα, όταν πηγαίναμε με το σχολείο σε μουσεία, μπορούσα να κάθομαι και να κοιτάζω τους πίνακες, να παρατηρώ τα χρώματα. Αργότερα, άκουσα ότι υπήρχε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα στην Ηλιούπολη, όπου μεγάλωσα, πήγα και μου άρεσε. Όλα έγιναν κάπως τυχαία. Στα 18 μου ρώτησα μια κοπέλα για τις Πανελλήνιες και μου είπε ότι δεν θα έδινε, γιατί είχε αποφασίσει να δώσει σε δραματική σχολή. Τότε άρχισα να νιώθω ότι αυτό θέλω να κάνω. Έδωσα εξετάσεις, πέρασα και κάπως μπήκα στη δραματική σχολή χωρίς καν να έχω ιδέα τι ακριβώς ήταν.
–Θα ήσουν ο σημερινός άνθρωπος αν οι γονείς σου δεν είχαν φύγει από την Αλβανία; Πολλές φορές, για τον δρόμο που θα πάρουμε στη ζωή παίζει ρόλο η τύχη και οι συμπτώσεις. Μια μικρή αλλαγή στην πορεία αυτή θα σήμαινε ότι σήμερα θα ήμουν άλλος. Έτσι βλέπω και το μέλλον: ως μια δυνατότητα. Έχει σημασία τι ακολουθώ και τι βήματα κάνω, γιατί όλα επηρεάζουν το ποιος θα είμαι στο επόμενο στάδιο.
–Πόσα από αυτά που σήμερα θεωρείς αποτέλεσμα καλλιτεχνικής επιλογής ξεκίνησαν στην πραγματικότητα από πράγματα που δεν επέλεξες; Οι επιλογές παίζουν κι αυτές τον ρόλο τους. Για παράδειγμα, στη δραματική σχολή συνειδητοποίησα ότι δεν μ’ ενδιέφερε να γίνω ηθοποιός. Πήγα να γίνω επειδή αυτό γνώριζα, είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κάποιος όταν ακούει τη λέξη «θέατρο». Δεν γνώριζα καν ότι υπήρχε ο ρόλος του σκηνοθέτη, ότι υπάρχει κάποιος πίσω από τα πράγματα που έχει μια ιδέα και την υλοποιεί μαζί με τους ερμηνευτές, οι οποίοι είναι το Α και το Ω. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν είχα την ανάγκη να βρίσκομαι στο φως, στη σκηνή. Έβρισκα και βρίσκω πιο γοητευτικό να στέκομαι στη σκιά των πραγμάτων, πίσω από τον προβολέα και να προσπαθώ να συντονίσω ένα ολόκληρο σύμπαν όπως το φαντάζομαι. Καλώς ή κακώς, φαίνεται ότι πάντα μου άρεσε να συντονίζω τους άλλους. Αυτό μ’ αρέσει στη σκηνοθεσία, να τοποθετώ ηθοποιούς και θεατές σ’ ένα σύμπαν.
–Ο σκηνοθέτης όμως δεν είναι μόνο συντονιστής. Έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο και συχνά η παράσταση δημιουργείται πρώτα μέσα στο μυαλό του. Σε σαγηνεύει αυτή η ιδέα; Αυτό είναι το πιο σκληρό κομμάτι για μένα. Όσο κι αν είσαι μαζί με τους άλλους, όσο ομάδα κι αν είσαι με τους συνεργάτες σου, όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται όλο αυτό, στο τέλος είσαι εντελώς μόνος. Εσύ παίρνεις την απόφαση κι εσύ επωμίζεσαι το απόλυτο ρίσκο.
–Κατά πόσο σε διαμόρφωσε ως άνθρωπο και δημιουργό η διπλή αίσθηση του ανήκειν; Όταν ήμουν μικρός, ντρεπόμουν και φοβόμουν για το γεγονός ότι είχα, με έναν τρόπο, δύο πατρίδες. Η συνθήκη αυτή μου προκαλούσε άγχος και φόβο. Μόνο όταν άρχισα να ασχολούμαι με την τέχνη συνειδητοποίησα ότι είναι ένας μεγάλος θησαυρός. Το να έχεις δύο καταγωγές και δύο γλώσσες, η διαφορετικότητα ως γεγονός, αποδείχτηκε για μένα σοβαρό πλεονέκτημα. Έχω την ευκαιρία να αντλώ και να εμπνέομαι από δύο κόσμους. Μπορούσα να επιλέξω στοιχεία και να εμπνευστώ από το οικογενειακό τραπέζι και το σπίτι που είχα στην Αλβανία, που ναι μεν έμοιαζε, αλλά ήταν και διαφορετικό από αυτό στην Ελλάδα. Προφανώς, αυτό επηρέασε τον τρόπο δουλειάς και την αισθητική μου. Στο «Goodbye Lindita», λ.χ., υπάρχει έντονο το αλβανικό στοιχείο: η παραδοσιακή φορεσιά της νύφης, το σπίτι- άσχετα αν θυμίζει και ελληνικό σπίτι. Για μένα είναι το σπίτι της γιαγιάς μου. Περιλαμβάνω επίσης μια σκηνή βάφτισης, γιατί ήταν σημαντικό ορόσημο στη ζωή της οικογένειας. Οι γονείς μου βαφτίστηκαν και άλλαξαν θρησκεία, εγώ βαφτίστηκα σε ηλικία έξι ετών, όταν επέστρεψα στην Ελλάδα.

–Στο «Goodbye Lindita» δεν εκφέρεται ούτε μια λέξη. Τι δίνει η σιωπή που δεν μπορεί να δώσει καμία γλώσσα; Ο λόγος που δεν χρησιμοποιώ λόγο είναι ότι πάντα διαπραγματευόμουν τις ερωτήσεις των γύρω μου: «Σε ποια γλώσσα ονειρεύεσαι;», «Ποια είναι η πατρίδα σου;». Στην Αλβανία ήμουν Έλληνας, στην Ελλάδα Αλβανός. Καλούμουν να επιλέξω. Αυτό που βρήκα μέσα στην τέχνη είναι ότι μπορώ να είμαι όποιος θέλω. Μπορώ, δηλαδή, να φτιάξω μια δική μου γλώσσα, που στην περίπτωσή μου ήταν οι μη λέξεις, το σώμα, το φως, τα αντικείμενα που μπορούν να αφηγηθούν μια ολόκληρη ιστορία. Έτσι, δεν χρειάζεται να επιλέξω τη γλώσσα που ονειρεύομαι, τη γλώσσα που με εμπνέει. Φτιάχνω μια δική μου.
–Πώς λειτουργεί μέσα σου η κοινή βαλκανική ταυτότητα; Αναζητείς και συγκλίσεις; Εννοείται. Η δουλειά μου είναι σαφώς επηρεασμένη από τις παραδόσεις, τους ήχους, τα χρώματα, τις τελετές και τις συμπεριφορές των βαλκανικών λαών. Ωστόσο, κανείς δεν βάζει το χέρι στη φωτιά ότι στην παράσταση βλέπει ξεκάθαρα την Αλβανία ή την Ελλάδα. Ο καθένας βρίσκει έναν τρόπο να δει τη δική του ιστορία μέσα σ’ αυτήν. Όλα αυτά εν τέλει δεν στάθηκαν ποτέ εμπόδιο για να επικοινωνήσει η παράσταση στην Αυστραλία, την Ταϊβάν, τη Νέα Υόρκη. Για μένα εκεί βρίσκεται η επιτυχία του «Goodbye Lindita». Υπάρχει το προσωπικό μου δράμα ως αφετηρία, αλλά ο καθένας αναγνωρίζει το δικό του πένθος, το δικό του δράμα, τη δική του οικογένεια. Αυτό με κάνει να αισθάνομαι ευγνώμων: η ιστορία δεν έμεινε μια αυτοβιογραφία, μια παράσταση για τη ζωή του Μάριο, αλλά κατάφερε να μιλήσει για όλους τους ανθρώπους.
–Για χρόνια σε κοιτούσαν και σε έκριναν με βάση την καταγωγή σου. Πλέον σε κοιτάζουν μέσα από το έργο σου. Η εξέλιξη αυτή σε απαλλάσσει από κάποιο βάρος, προσφέρει κάποια ελευθερία; Ναι, αισθάνομαι ότι με απαλλάσσει. Ταυτόχρονα, μεγαλώνοντας, αγκαλιάζω όλο και περισσότερο την καταγωγή μου και αισθάνομαι μεγαλύτερη περηφάνια γι’ αυτήν. Η δουλειά μου είναι κι ένας τρόπος να κρατώ ζωντανή μέσα μου τη μνήμη από κάθε χώρα και τα κομμάτια που με συνδέουν. Όταν απεικονίζω το σπίτι της γιαγιάς μου, κρατάω ζωντανό το σπίτι αλλά και, με κάποιον τρόπο, τη γιαγιά μου. Και τώρα, που ο τίτλος περιέχει το όνομα της Λιντίτα και η παράσταση ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο, όταν το κοινό λέει «είδα τη Λιντίτα», αισθάνομαι ότι με κάποιον τρόπο κρατά ζωντανή και τη μητριά μου.
–Είναι και μια φόρμουλα διαχείρισης της σκέψης του θανάτου; Δεν έχω κάποια υπέρμετρη γνώση γύρω από αυτό, αλλά έχω μια εικόνα. Στον δυτικό κόσμο, νιώθω ότι όσο περνούν τα χρόνια και καλπάζει η τεχνολογία, απομακρυνόμαστε από την ιδέα του θανάτου. Το βλέπουμε ακόμη και στις τελετές αποχαιρετισμού. Η διαδικασία της ολονυχτίας είναι πιο έντονη και πιο λυτρωτική. Την έμαθα από τους συγγενείς μου στην Αλβανία, που ξενυχτούσαν τον νεκρό, τον έπλεναν, τον έντυναν, ζούσαν το πένθος σε όλη του την έκταση. Ακούγεται βαρύ, αλλά περιέχει ένα κλείσιμο που για μένα έχει περισσότερο νόημα από το να παραλάβεις τον νεκρό από ένα ψυγείο σ’ ένα κλειστό φέρετρο και να θρηνήσεις από απόσταση και διαδικαστικά. Αντιλαμβάνομαι ότι πολύς κόσμος δεν αντέχει τη βαριά διαδικασία, όμως έτσι έρχεσαι αντιμέτωπος με τη συνειδητοποίηση του θανάτου. Παίρνεις τον χρόνο σου για να αποχαιρετήσεις οριστικά τον άνθρωπό σου. Αν το κλείσεις βιαστικά, κάτι θα λείπει.
–Γιατί επιμένεις τόσο στο σώμα και στην υλικότητα των πραγμάτων, σε μια εποχή που η εμπειρία μας γίνεται όλο και πιο ψηφιακή; Δεν επιλέγω την απόσταση, ούτε στη ζωή ούτε στη δουλειά μου. Όσο δύσκολο κι αν είναι, είμαι υπέρ του να έρχεσαι αντιμέτωπος με το νεκρό σώμα, με τη στιγμή. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις χαράς, όπως σε μια τελετή γάμου. Οι τελετουργίες μ’ ενδιαφέρουν ως διαδικασίες επαφής με το σώμα και το πνεύμα. Ίσως γι’ αυτό δεν με εκφράζουν επί σκηνής οι οθόνες, τα μικρόφωνα, οι προβολές, τα CGI. Με εμπνέει να βλέπω το χώμα, να μυρίζω το λιβάνι, να βλέπω έναν τοίχο, μια καρέκλα στην οποία μπορεί να έχει καθίσει η γιαγιά μου. Επιλέγω το χειροποίητο και στην καθημερινότητά μου. Μ’ αρέσει να φτιάχνω κεραμικά, να ζωγραφίζω, να δουλεύω με τα χέρια. Από το να καθίσω να συζητώ δύο ώρες με το ΑΙ, προτιμώ να φτιάξω ένα κέικ πορτοκάλι, να το προσφέρω σε κάποιον και να μυρίσει και το σπίτι. Νιώθω ότι έχει μια άλλη χάρη αυτό.

–Η ενασχόλησή σου με το πένθος και την απώλεια σ’ έχει συμφιλιώσει καθόλου με τον θάνατο; Προς το παρόν, ο θάνατος εξακολουθεί να με φοβίζει το ίδιο. Μού φαίνεται το πιο τρομακτικό πράγμα στον κόσμο. Δεν μπορώ να χωνέψω εύκολα την ιδέα ότι οι άνθρωποι χάνονται, πόσο εύκολα μπορεί να φύγει κάποιος, ότι μπορεί να χάσουμε τα πιο αγαπημένα μας πρόσωπα. Με αναστατώνει αυτή η οριστικότητα. Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να πιστέψω κάποιον που μου λέει ότι δεν φοβάται τον θάνατο. Μπορεί να το εννοεί, αλλά εγώ αδυνατώ να τον πιστέψω. Με κάνει να αναρωτιέμαι η ευκολία με την οποία κάποιοι εκστομίζουν την αφοβία τους μπροστά στον θάνατο.
–Στη δουλειά σου, οι άνθρωποι μοιάζουν συχνά να κατοικούν ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο. Γιατί χρειάζεσαι αυτό το μεταίχμιο; Για μένα, στη ζωή όλα είναι πραγματικά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αντικρίζω τα πράγματα ρεαλιστικά, όπως είναι. Ίσως γι’ αυτό κάνω θέατρο: προσπαθώ να πασπαλίσω την καθημερινότητα με νιφάδες ονείρου από ένα άλλο σύμπαν. Όλες οι δουλειές μου ξεκινούν από το πραγματικό και σιγά-σιγά γλιστρούν στη φαντασία. Πολλές φορές έρχονται θεατές και με ρωτούν «θα καταλάβω;». Μα δεν θέλω να καταλάβεις, θέλω να νιώσεις! Δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Σωστό είναι οτιδήποτε έπλασες εσύ με τη δική σου φαντασία.
–Χρειάζεται ο θεατής να γνωρίζει τις αναφορές και τον κόσμο σου για να απολαύσει μια παράστασή σου; Δεν είμαι σίγουρος ότι θα ταξιδέψει πιο μακριά. Αν κάποιος έχει ξαναδεί δουλειά μου ή αναγνωρίζει στοιχεία και αναφορές, θα κάνει ένα διαφορετικό ταξίδι. Δεν είναι κακό, όμως εγώ προτιμώ ο θεατής να μη γνωρίζει πολλά για τις παραστάσεις μου, να έρχεται ανυποψίαστος. Κάποιες φορές η γνώση βοηθά, άλλες μπορεί να δυσκολεύει, δημιουργώντας προσδοκίες. Η δική μου παρότρυνση είναι απλή: ελάτε να δείτε. Με ιντριγκάρει περισσότερο η ιδέα ότι κάποιος θα έρθει χωρίς να γνωρίζει καθόλου τη δουλειά μου.
–Η παράσταση ταξίδεψε σε διαφορετικές χώρες. Τι αναγνωρίζουν τελικά οι άνθρωποι σε μια ιστορία που δεν τους ανήκει; Αναγνωρίζουν τη δική τους ζωή, τη δική τους οικογένεια. Το πένθος είναι τόσο ριζικό και οικουμενικό, που απασχολεί όλους τους ανθρώπους με διαφορετικούς τρόπους. Θέλεις δεν θέλεις, κάπως θα συνδεθείς. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα σου αρέσει απαραίτητα αυτό που βλέπεις. Τρία χρόνια τώρα, έχοντας παρουσιάσει τόσες φορές την παράσταση, νομίζω ότι έχουμε καταλάβει λίγο-πολύ τις αντιδράσεις του κοινού. Υπάρχουν βέβαια εκπλήξεις, αλλά γενικά, από χώρα σε χώρα, οι αντιδράσεις είναι παρόμοιες.
–Τι σημαίνει αυτό για σένα; Ότι έχει μέσα του μια καρδιά και μια αλήθεια. Είναι ζητούμενο για οποιοδήποτε έργο, είτε πρόκειται για παράσταση, φωτογραφία, ζωγραφιά ή μουσική, να εμπεριέχει μια αλήθεια. Αν έχεις τη βαθύτερη ανάγκη να μοιραστείς κάτι δικό σου, έστω κι ένας άνθρωπος κάπου θα βρεθεί να σε ακούσει. Ποτέ δεν είσαι μόνος. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτή η παράσταση έχει επικοινωνήσει. Έχει μέσα μια αλήθεια που εντοπίζουν οι θεατές και θέλουν να εμπλακούν, παρόλο που είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν και κάποιοι που την είδαν και τη σιχάθηκαν.

–Όταν ξεκίνησες το «Goodbye, Lindita», μπορούσες να φανταστείς ότι θα μιλούσε σε τόσο διαφορετικούς ανθρώπους; Δεν το φανταζόμουν σε καμία περίπτωση. Δεν είναι αυτονόητο ένα τόσο προσωπικό έργο να ταξιδεύει επί τρία χρόνια σε τόσες χώρες και να συναντά ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και υποβάθρων. Είμαι ευγνώμων. Αναρωτιέμαι κι εγώ κάθε φορά ποιος να είναι ο λόγος πίσω από αυτή την «επιτυχία».
–Ο Αργυρός Λέων της Μπιενάλε Θεάτρου Βενετίας ήρθε νωρίς στην καλλιτεχνική σου πορεία. Πώς αλλάζει έναν νέο δημιουργό μια τέτοια αναγνώριση; Η επιβεβαίωση δίνει ώθηση, ανοίγει δρόμους και σε βοηθά να προχωρήσεις. Είναι ενθαρρυντικό να ακούς ένα «μπράβο» από έναν γονιό, έναν δάσκαλο ή έναν καλλιτεχνικό διευθυντή, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ένα τέτοιο βραβείο. Έχει σημασία και ποιος το δίνει: καλλιτεχνικός διευθυντής στη διοργάνωση ήταν ο Γουίλεμ Νταφόε. Το ότι κατάφερα να το πάρω στα 27 μου είναι σημαντικό βήμα στην πορεία μου. Και να μην ξαναπάρω άλλο βραβείο, για μένα αυτό είναι υπεραρκετό. Προσπαθώ, ωστόσο, να μην επηρεάσει το καλλιτεχνικό μου έργο. Αντιλαμβάνομαι ότι κάποιοι περιμένουν πλέον πολλά από μένα, αλλά προσπαθώ να το βάζω στην άκρη και να δουλεύω απρόσκοπτα την επόμενη δουλειά. Ευτυχώς, ποτέ δεν λειτουργώ με τη σκέψη ότι θα κάνω μια παράσταση για να πάρω το επόμενο βραβείο.
–Η επιτυχία μπορεί να περιορίσει την καλλιτεχνική ελευθερία; Προς το παρόν δεν έχω επηρεαστεί και ελπίζω να μη με επηρεάσει στο μέλλον. Ίσως είμαι κι έτσι σαν άνθρωπος. Είναι σημαντικό για έναν καλλιτέχνη να είναι αυστηρός με τον εαυτό του. Εγώ είμαι πολύ αυστηρός με τη δουλειά μου, είτε αρέσει είτε δεν αρέσει στους άλλους. Πολλές φορές, όσο δυνατό κι αν είναι το χειροκρότημα, αν νιώσω ότι μια παράσταση, κατά τη δική μου άποψη, δεν λειτούργησε καλά, σέρνομαι από τη στεναχώρια μου.
–Τι σου προσφέρει ο χρόνος που έχεις για να ετοιμάσεις την επόμενη δουλειά σου; Αυτή την περίοδο έχω βουτήξει στο σύμπαν ενός καινούργιου έργου και ψάχνω κι εγώ τι είναι αυτό που με απασχολεί. Το καλό του να ταξιδεύω με τις παραστάσεις μου είναι ότι δεν αναγκάζομαι να κάνω συνέχεια καινούριες, κάθε 2-3 μήνες. Πολλές φορές αυτό δεν είναι επιλογή για τους καλλιτέχνες, αλλά ανάγκη για να μπορούν να ζήσουν. Εγώ έχω την πολυτέλεια να μη βιάζομαι. Είμαι νέος και θέλω να δουλεύω με τον τρόπο και τον ρυθμό μου. Αν θέλω να κάνω το επόμενο έργο σε δύο μήνες ή σε πέντε χρόνια, είναι δική μου επιλογή κι όχι των θεάτρων, των καλλιτεχνικών διευθυντών και των παραγωγών. Ετοιμάζω μια παράσταση για του χρόνου, δύο χρόνια μετά την τελευταία μου δουλειά, το «MAMI». Αισθάνομαι ότι έχω ωριμάσει, θέλω να πειραματιστώ περισσότερο και να ψαχτώ γύρω από το τι θέλω να επικοινωνήσω. Τώρα είμαι στη φάση που κάθομαι μόνος στο σπίτι, ζωγραφίζω, ακούω μουσικές και εμπνέομαι.
–Ποια σκέψη σε απασχολεί αυτό το διάστημα; Προς το παρόν είναι τόσο ανοιχτό στο μυαλό μου, που θα το αδικήσω αν πω μια συγκεκριμένη λέξη. Μελετώ την έννοια της τραγωδίας, το πώς η προσωπική τραγωδία αγγίζει την οικουμενική. Σκέφτομαι πώς μπορώ να μιλήσω για την τραγωδία κάποιου άλλου έχοντας ως αναφορά την προσωπική. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι το έργο μου θα είναι πάντα προσωπικό, αυτή είναι η βασική μου αναφορά. Θέλω-δεν θέλω, πάλι το οικογενειακό άλμπουμ άνοιξα για να αντλήσω ερεθίσματα. Είναι πέντε-έξι πράγματα στα οποία ανατρέχω και πάντα βρίσκω σ’ αυτά κάτι καινούργιο.
- INFO Το «Goodbye Lindita», που ανοίγει το φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας, παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας στις 12/9 8μ.μ. και 13/9 7μ.μ. Εισιτήρια: more.com
Ελεύθερα, 6.9.2026