Κώστας Λυμπουρής, «Η μάνα γάτα», εκδόσεις Το Ροδακιό, 2025.
Ο Κώστας Λυμπουρής, στην πέμπτη συλλογή διηγημάτων του, κινείται πάνω στο θεματικό δίπολο ενσυναίσθηση και αλληλεγγύη από τη μια και μοναξιά συνταιριασμένη με αγάπη των ατόμων της τρίτης ηλικίας από την άλλη. Το θεματικό αυτό μοτίβο πιστεύω ότι διατρέχει οριζόντια όλο το βιβλίο και στις τέσσερις θεματικές ενότητες, όπως ο συγγραφέας διαχωρίζει το νέο του έργο. Δηλαδή, σε όλες τις ενότητες: α) Των δικών μας άλλων, β) Της κατοχής, γ) Της πανδημίας και δ) Και άλλα τινά, ο αλτρουϊσμός και η μοναξιά δεσπόζουν, είτε σε πρώτο πλάνο είτε πίσω από τις γραμμές.
Τα πέντε διηγήματα κοινωνικής ενσυναίσθησης, αλληλεγγύης και διαπολιτισμικότητας υπό τον γενικό τίτλο «Των δικών μας άλλων» πιστεύω πως ορθά προτάσσονται στο βιβλίο. Είναι τα πιο καίρια από πλευράς νοηματικού φόρτου, αλλά και αισθητικής επάρκειας. Ας τα πάρουμε όμως ένα – ένα και με τη σειρά: To «Η μάνα γάτα», (σελ. 9) απ’ όπου πήρε τον τίτλο του και όλο το βιβλίο, είναι ένα τρυφερό – συγκινητικό διήγημα για μια γάτα και μια Σριλανκέζα οικιακή βοηθό που αμφότερες είχαν τη συνθλιπτική εμπειρία της απώλειας ενός παιδιού. Ο παραλληλισμός είναι εύστοχος, δοσμένος με σωστή δόμηση και λειτουργική – εξελικτική ανάπτυξη του μύθου.
Το «Στο Κόνγκο δεν υπάρχουν κότσυφες» (σελ. 13) είναι μια ιστορία τρυφερότητας, ουμανισμού και ενσυναίσθησης, μ’ ένα πουλί, ένα κότσυφα κι ένα Κονγκολέζο εργάτη, οικονομικό μετανάστη στην Αθήνα. Μια λυρική πνοή διαπερνά αυτό το διήγημα. Και βέβαια, όχι μόνο αυτό. Το «Ο Ερρίκος» (σελ. 19) αφορά την ιστορία βάφτισης υιοθετημένου παιδιού, γόνου οικονομικών μεταναστών. Μια ιστορία γεμάτη αλτρουϊσμό, αλληλεγγύη, αγάπη και ανθρωπιά. Είναι συνάμα μια ιστορία διαπολιτισμικότητας και αποδοχής της διαφορετικότητας.
Το «Η Κρυστάλλω» (σελ. 25) συνιστά ένα μικρό ύμνο στην καλοσύνη μα και στη μοναξιά των γηρατειών. Και φυσικά, η ενσωμάτωση της οικονομικής μετανάστευσης αντικρίζεται πάντα με θετικό φακό. Τέλος, στην ίδια πάντα ενότητα, το «Η Μαρίτσα τζι η Ρενάτα» (σελ. 33) είναι μια ευσύνοπτη ωδή στην ελιά, ως δέντρο και ως καρπό, αλλά και ως στοιχείου της κουλτούρας και της παράδοσής μας ως λαού. Εδώ υμνείται βέβαια και η δοτικότητα των απλών ανθρώπων, η ζεστασιά και η έγνοια τους για τον άλλο.
Η δεύτερη ενότητα στο βιβλίο, «Της κατοχής», περιλαμβάνει επίσης πέντε διηγήματα. Ιδιαίτερα θα ήθελα να σταθώ σε τρία από αυτά. Στο «Οι απέναντι», (σελ. 45) μια φοραδίτσα, τραυματισμένη και εγκατελειμμένη στη νεκρή ζώνη, παρά τον ιππόδρομο του Αγίου Δομετίου, τυγχάνει φροντίδας και στοργής από νεαρούς Ε/κ και Τ/κ στρατιώτες, αρχικά εκ περιτροπής και μετά μαζί, συλλογικά. Πρόκειται για ένα διήγημα επανένωσης, με υψηλούς συμβολισμούς και βαθιά νοήματα, με απλότητα, λιτότητα και ρεαλιστική συμμετρία. Πιστεύω ότι το διήγημα αυτό συνδιαλέγεται με το διήγημά του Χρίστου Ζάνου «Η επιστροφή του αγνοούμενου» από το βιβλίο του τελευταίου «Ιστορίες εν μέσω πυροβολισμών». Η κεντρική ιδέα είναι ή ίδια κι είναι βαθιά αντιπολεμική. Μόνη διαφορά το ζώο που πρωταγωνιστεί: Στο διήγημα του Λυμπουρή είναι μια φοράδα και στο διήγημα του Ζάνου ένα γαϊδούρι.
Στο διήγημα «Στην Όρκα» (σελ. 53) αντικρίζουμε την αντικατοχική θεματική στη σύγχρονη εποχή. Δηλαδή το πώς έχουν τα πράγματα σήμερα στο βόρειο μέρος του νησιού μας. Γίνεται μια ξενάγηση στο παραλιακό χωριό Όρκα της επαρχίας Κερύνειας. Εδώ ο συγγραφέας επιτυγχάνει άρτιο συνδυασμό νοηματικής βαρύτητας, αισθητικής απόδοση και βαθιών συμβολισμών. Ειδικά η κατακλείδα του διηγήματος, πιστεύω ότι μπορεί να χαρακτηριστεί κα ως ένα πεζόμορφο ποίημα: «Ξέρετε άλλο ξωκκλήσι όπου η θάλασσα να μπαίνει για να προσκυνήσει; Οπωσδήποτε, εκείνοι που το έχτισαν σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ήξεραν πως λειτουργούσε η παλίρροια». (σελ. 57)
Το «Σ’ ένα παλιό ελαιοτριβείο» (σελ. 59) είναι το τρίτο διήγημα που ξεχώρισα στη δεύτερη ενότητα. Ένα τρυφερό ντουέτο Ε/κ και Τ/κ ελαιοπαραγωγού από τον Καραβά και τα Λεύκαρα, αντιστοίχως. Εδώ και πάλι υμνείται η ενσυναίσθηση μεταξύ των απλών ανθρώπων της βιοπάλης. Σ’ αυτό το διήγημα εντοπίζεται ακόμα ένας διακειμενικός διάλογος. Αυτή τη φορά με τον σπουδαίο Τ/κ ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ: « …η ελιά εν το δέντρον της Ιστορίας… οι ρίζες της τζαι το χώμαν εν’ αδύνατον να διαχωριστούν, ν’ αφήσουν το ένα το άλλο». (σελ. 63)
Η τρίτη ενότητα, «Της πανδημίας» περιλαμβάνει μόλις τρία διηγήματα. Σε όλα, αυτό το φαινόμενο, που έκλεισε όλο τον κόσμο στα σπίτια του για τόσο καιρό, αντικρίζεται με από το φακό της τρίτης ηλικίας μέσα από τα τρέχοντα προβλήματα της καθημερινότητας. Όλα υπαινίσσονται και κάποια ύστερα σκιρτήματα ερωτισμού, ενώ η λυρική πνοή τα χαρακτηρίζει έντονα.
Από τα τέσσερα διηγήματα της τελευταίας ενότητας, «Και άλλα τινά», ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάμω σε δύο. Το «O Ζηθκιώνας» (σελ. 93) είναι ένα μικρό δοκίμιο περί αισθητικής, με λειτουργικές και άριστα ενσωματωμένες αναφορές σε Ζήνωνα Κιτιέα και Παντελή Μηχανικό. Δρώντες πρωταγωνιστές μέσα στο αφήγημα ο συγγραφέας και ο ποιητής Κώστας Βασιλείου.
Το τελευταίο στο βιβλίο, «Η μοναχική διαδηλώτρια», (σελ. 111) είναι ένα διήγημα σύγχρονης πολιτικής προβληματικής. Στο επίκεντρο η γενοκτονία και οι μαζικές δολοφονίες παιδιών στη Γάζα από τον ισραηλινό στρατό. Το αφήγημα αυτό εκφράζει τη διεθνιστική αλληλεγγύη σ΄ ένα αγωνιζόμενο λαό, τον Παλαιστινιακό, από Κύπριους πολίτες, πνευματικά και πραγματικά, από ανθρώπους με επίσης αγωνιστικό παρελθόν.
Κλείνοντας, θέλω να πω ότι κατά τη γνώμη μου το κύριο μοτίβο του βιβλίου είναι ο σεβασμός στον άλλο. Ο Κ.Λ. δεν χρησιμοποιεί τους ήρωες του, τους υπηρετεί και τους υμνεί. Κι αυτό θεωρώ πως είναι μεγάλο επίτευγμα.