Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Βρισκόμαστε στο 2035, μερικά χρόνια μετά από μια θανατηφόρα πανδημία γρίπης που έχει αφανίσει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο Hig (Jacob Elordi), ένας νεαρός πρώην πιλότος, έχει βρει καταφύγιο σε ένα εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο, έχοντας ως μοναδική παρέα τον πιστό του σκύλο, Jasper, και τον σκληροτράχηλο βετεράνο πεζοναύτη Bangley (Josh Brolin).

Ενώ ο Bangley προτιμά την απομόνωση του αεροδρομίου, καθαρίζοντας τα όπλα του και εξουδετερώνοντας κυνικά οποιονδήποτε πλησιάζει την περίμετρό τους, ο Hig χρησιμοποιεί το μικρό του αεροπλάνο Cessna, για να εξερευνά τα ερείπια αναζητώντας προμήθειες.

Η ρουτίνα επιβίωσης ανατρέπεται, όταν ο Hig πιάνει μια μυστηριώδη ραδιοφωνική εκπομπή. Αποφασίζει να αφήσει την ασφάλεια του καταφυγίου και να πετάξει προς το άγνωστο και την περιοχή του Grand Junction με την ελπίδα ότι υπάρχει κάτι περισσότερο εκεί έξω. Στο ταξίδι του θα διασταυρωθεί με την Cima (Margaret Qualley) και τον υπερπροστατευτικό πατέρα της, Pops (Guy Pearce).

Ο 88χρονος πλέον Ridley Scott επιστρέφει στο γνώριμο για αυτόν τερέν της επιστημονικής φαντασίας -ύστερα από σχεδόν μια δεκαετία απουσίας από το είδος- διασκευάζοντας το best seller του Peter Heller από το 2012. Δυστυχώς, παρά τις αρχικές υποσχέσεις, τη δυνατή πλοκή και το εξαιρετικό καστ, το «The Dog Stars» αποτελεί μια αισθητά άνιση και κουρασμένη προσθήκη στο δυστοπικό σινεμά.

Το σενάριο του Mark L. Smith μοιάζει αποσπασματικό και αναποφάσιστο, κάνοντας την ταινία να αμφιταλαντεύεται αμήχανα. Από τη μία θέλει να περάσει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για την ανάγκη της ανθρώπινης επαφής, και από την άλλη αναλώνεται στην κυνική, «Πυροβολώ πρώτα, ρωτάω μετά» οπτική γωνία του χαρακτήρα του Brolin – η οποία μάλλον δικαιώνεται. Υπάρχουν μεγάλα τμήματα, όπου δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα, που εναλλάσσονται με σκηνές βίαιης δράσης που διαταράσσουν άτσαλα ρυθμό και ύφος (όπως εκείνη στο Grand Junction, που μοιάζει να μονταρίστηκε από άσχετη ταινία τρόμου).

Ο Jacob Elordi επιστρατεύει όλη τη φυσική, μελαγχολική του γοητεία, ωστόσο καλείται να δώσει πνοή σε έναν ελλιπώς γραμμένο χαρακτήρα, που απλώς προσαρμόζεται βολικά σε ό,τι απαιτεί η κάθε σκηνή. Η ρομαντική υποπλοκή πάσχει χαρακτηριστικά: Παρότι οι Elordi και Qualley είναι ένα ιδιαίτερα ελκυστικό δίδυμο, η χημεία τους είναι πρακτικά ανύπαρκτη – γεγονός που προδίδει πως ίσως ο ίδιος ο Scott δεν είχε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για αυτό το κομμάτι της πλοκής.

Ο Josh Brolin πείθει απόλυτα ως πρακτικός survivalist, αλλά δεν αρκεί για να σώσει την παρτίδα. Ακόμη και στο τεχνικό κομμάτι, όπου ο Scott αποτελεί συνήθως εγγύηση, η ταινία απογοητεύει με ορισμένα ψηφιακά εφέ (όπως η έκρηξη σε ένα συγκρότημα) μοιάζουν φθηνά και ημιτελή.

Επιπλέον, το μοντάζ στο τελευταίο τρίτο της ταινίας είναι τόσο απότομο, που δημιουργεί την αίσθηση πως ολόκληρες σκηνές έχουν κοπεί βίαια στο post-production, προκειμένου η διάρκεια να συμπιεστεί στις δύο ώρες για την κινηματογραφική της διανομή.

Χωρίς να πρωτοτυπεί ή έστω να προσθέτει κάτι στο είδος και απλά να βλέπεται ως ένα κοινότοπο φιλμ (μέτριας) δράσης, σίγουρα δεν είναι κάτι που περιμένεις από έναν σκηνοθέτη του βεληνεκούς του Scott.

INFO
Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους RIO CINEMAS και K CINEPLEX. Διάρκεια: 118’

DOWNTOWN, 30.8.2026