Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΕλένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, Αγάλματα εκτός Μουσείου. Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2025.
Με συνειρμούς πολυσημίας και σημειολογικές συνυφάνσεις αλληγορικών συμβολισμών, έμφορτων στοχαστικών διαθέσεων, πηγαίων αισθημάτων και εναγώνιων προβληματισμών, αρθρώνεται η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου στην παρούσα συλλογή της. Αλλά για να συλλάβει ο νους ό,τι η σκέψη εποίησε και η καρδιά να δυνηθεί ν’ αφουγκραστεί τους ενδόμυχους κραδασμούς του ψυχισμού και τις αναπάλλουσες δονήσεις των υπαρξιακών της επίμονων αναζητήσεων, χρειάζεται να καταδυθείς εις βάθος ποιητικής μέθεξης.
Καθοδηγητικός μίτος στον σημερινό, ιδίως, λαβύρινθο του αντιποιητικού κόσμου και της έλλειψης νοήματος η αποκρυπτογράφηση των δύο προμετωπίδων, ευγλώττως υπόρρητων συνδηλώσεων και διαλεκτικών φωτεινών σημάνσεων. Αποφθεγματικός ο ορισμός του Αμερικανού ποιητή και ζωγράφου Λόρενς Φερλινγκέτι (1919-2021) από το αφοριστικό του μανιφέστο «Τι είναι ποίηση» [Poetry is]: «Η ποίηση είναι ο διάλογος των αγαλμάτων», μια υπέρχρονη, τουτέστιν, αέναη συνομιλία, νοήμονος Λόγου ως γλωσσικής έκφρασης και διανοητικής εντελέχειας, κατά τον Αριστοτελικό όρο, καθ’ υπέρβασιν της κενολογίας και της αμίλητης καθημερινότητας.
Για να συμπληρώσουν τα μηνύματα στα τρία εισαγωγικά επιγραμματικά δίστιχα νοηματικών προεκτάσεων της ποιήτριας: «Πότε μας άγγιξε το μαγικό ραβδί/ δεν έχει σημασία// Μια σκέψη ακίνητη/ ασάλευτο σώμα ζωής// Και ιδού χωρίς μουσείο/ γινόμαστε εκθέματα».
Σε μιαν άλλη νοερή ουσιώδη συνδιάλεξη ας παραπέμψουμε σε παρεμφερείς στίχους του Σεφέρη από το εμβληματικό του ποίημα «Ο ηδονικός Ελπήνωρ»: «– Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο./ – Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;». Και κατωτέρω με ευκρινέστερη απόφανση προειδοποίησης: «– Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο./ – …γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,/ είμαστε εμείς.». Ενδεικτικό της εύστοχης επεξηγηματικής επισήμανσης το πρώτο ποίημα της συγκομιδής υπό τον προϊδεαστικό τίτλο «Η ξενάγηση θα κρατήσει όσο η ζωή», όπου στην ασυνεννόητη συνάντηση ξεναγού και ξεναγουμένων η αφύπνιση συντελείται από τον αγαλματοποιό «μουσηγέτη» ποιητή των θραυσματικών και πολυδιασπασμένων ανθρώπων-αγαλμάτων «ανάμεσα σε Άρτεμη και Αφροδίτη» είτε, καθώς θα υποδείκνυε πάλι ο Σεφέρης από το Κυπριακό του ποίημα «Πραματευτής από τη Σιδώνα» «ανάμεσα στον κοίλο Ερμή και την κυρτή Αφροδίτη».
Για λόγους νοηματικής αρτιμέλειας αξίζει να παραθέσουμε αυτούσιο το προοιμιακό ποίημα: «Στα Μουσεία κρατάμε τον οδηγό του μέλλοντος/ Σε κάθε άγαλμα βλέπουμε ένα δικό μας χέρι/ να χάνεται/ ανάμεσα σε Άρτεμη και Αφροδίτη/ εκτοξευμένοι σε μια διάσταση που προσδοκούμε// Ο ξεναγός μιλάει με φωνή ρομπότ/ Καθώς διώχνουμε έναν φόβο από τα μάτια μας/ βγαίνει απ’ τα χείλη του η αγωνία// Οι ποιητές μόνο ξεχωρίζουν ανάμεσά μας/ Η σιωπή τους ραγίζει τα αγάλματα/ Η γλώσσα τους συγκολλά το παρόν». Εξάλλου, το «ρομπότ» επανέρχεται στο προτελευταίο ποίημα, του οποίου οι αυτοσαρκαστικοί στίχοι πικρής αυτογνωσίας έως προκλητικής ειρωνείας ανακινούν, προφανώς, το θέμα των καταναγκασμών της ανθρώπινης συνθήκης, όπως και της επίφοβης μηχανοποίησης του ανθρώπου εν όψει της καλπάζουσας Τεχνητής Νοημοσύνης και της υποκατάστασης της ουσίας των πραγμάτων με την εικονική πραγματικότητα των ετεροκίνητων δυνάμεων, των συγκεχυμένων αμετακίνητων στόχων και των ψευδεπίγραφων κινήτρων.
Εκ παραλληλίας με τα «Αγάλματα εκτός Μουσείου», που είμαστε εμείς, κατά τον ποιητή, της ελλειψοειδούς παρουσίας και της εφήμερης ύπαρξης, της ανεπαρκούς γνώσης έως και της παντελούς άγνοιας της ατομικής και συλλογικής μας συνείδησης μήπως τα ρομπότ των αμετάθετων συνηθειών και των αναλλοίωτων επιλογών γίναμε εμείς; Καγχάζει με ασίγαστο παράπονο και σπαραγμό ψυχής η ποιήτρια: «Δεν ξεθωριάζεις/ Δεν αλλοιώνεσαι/ Είσαι πάντα εκεί και με κοιτάζεις/ Έχεις την πιο κόκκινη καρδιά μου», αφήνοντάς μας με την άλυτη απορία: Ποια δραματική αλλοτρίωση θα επιφέρει, άραγε, η καλωδίωση και η μετάγγιση τεχνητού αίματος; Μήπως το ακροτελεύτιο πεντάστιχο ποίημα ανατρεπτικής πλοκής και αριστοτεχνικής υποβλητικότητας μάς απαντά με ασθματικούς τόνους επείγουσας έκκλησης στην εκκωφαντική επικεφαλίδα «Αιωνίως εύθραυστον»;: «Οδυσσέα,/ Λύσε με/ φωνάζω από το κατάρτι/ Είμαι η Σειρήνα που δεν τραγουδά/ Πρέπει να περάσω από τις συμπληγάδες λέξεις».
Τη δική της περί αγαλμάτων ετυμηγορία σε αναφορική σχέση με τα ποιήματα καταθέτει, μεταξύ άλλων, στο εισαγωγικό της σημείωμα η Καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Τζίνα Καλογήρου, παραπέμποντας στις αρχαιοελληνικές καταβολές της λέξης και στον ακόλουθο ερμηνευτικό σχολιασμό, επικαλούμενη τη δισυπόστατη εξακτίνωση του συμπαντικού μας γίγνεσθαι: «Τα αγάλματα είναι παρουσίες αμφίσημες, που ισορροπούν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ακινησίας και ζωής, θανάτου και έρωτα, αισθησιακής επιθυμίας, που πλημμυρίζει την όραση και την αφή και ψυχρής ύλης που απονεκρώνει την αίσθηση της ζωής.». Τη δική της, ωστόσο, πρόσληψη αγαλματοποιίας αποτυπώνει η ποιήτρια με απορηματικό λόγο μεταφυσικού προβληματισμού στην πρώτη στροφή του οιονεί εικαστικού της ποιήματος υπό τον ευφυή παρηχητικό τίτλο «Ατέλειες και Ατελιέ»: «…Πώς είναι άραγε ένα άγαλμα/ προτού ανέβει σε βάθρο/ πριν γίνει αντικείμενο θαυμασμού/ αιτία κατάθεσης στεφάνων ή/ στη χειρότερη/ καταφύγιο για αδέσποτα πτηνά/ πλάνη για ένα σώμα ανθρώπινο/ χωρίς τον άνθρωπο να ιδιοκατοικεί εντός του».
Σε μια συνεχώς επαναλαμβανόμενη συνήχηση τα ποιήματα διαγράφουν κύκλους ζωής και θανάτου, αισθαντικού ερωτικού πόθου και ανέραστης απάθειας, αισιόδοξης προσδοκίας και κυνικής επίγνωσης μπροστά σε απαρέγκλιτα τετελεσμένα ματαίωσης και αδιεξόδων στη συμπαιγνία του χρόνου, από το σκοτάδι στο φως σε αμφίδρομες εναλλαγές σκιών και εκλάμψεων, από την αλήθεια στο ψεύδος, από τη μνήμη στη λήθη, εν τέλει στην ανακύκληση άρνησης και κατάφασης σε όλες της εκφάνσεις της ανθρώπινης ευαλωτότητας και τις εκδοχές διαφυγής από τα τραγικά δεσμωτήρια του πόνου και της συντριβής προς την έξοδο της κάθαρσης και της πνευματικής ελευθερίας.
Οι ως άνω συνιστώσες, ενδεικτικές των φιλοσοφημένων εμπειριών και των βιωματικών αποσταγμάτων της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, που συγκροτούν την παιδαγωγία της ποίησής της, ανακαλούν με τη Σωκρατική μαιευτική καίρια ερωτήματα σε Μοντικούς απόηχους στους «Περί συνύπαρξης» στίχους της: «… Να γράφουμε όσα μας συλλαβίζουν/ μα δεν μας διαβάζουν/ Μετά από τόσες αμφίβολες προσπάθειες/ παραμένουμε λειτουργικά ακατανόητοι/ Ένα κείμενο που πρέπει κανείς να ξεκλειδώσει/ Ποιος/ Πού/ Πότε/ Και γιατί/ Κυρίως το γιατί// Σ’ αυτό το τελευταίο κλειδί/ όλα τα δύσκολα/ κι οι πόρτες σφαλιστές».
Από τα ελάχιστα σταχυολογήματα τεκμαίρεται το εύρος και το ύψος της ποίησης και της ποιητικής της καλής μας ποιήτριας.
