Πόσο μπορεί να διαρκέσει ένα μουσικό έργο; Για τον Αμερικανό πρωτοπόρο συνθέτη Τζον Κέιτζ, η απάντηση ήταν «όσο πιο αργά γίνεται».

Στο Χάλμπερσταντ της Γερμανίας, η οδηγία αυτή μεταφράστηκε σε μια εκτέλεση διάρκειας 639 ετών. Σήμερα, έπειτα από δυόμισι χρόνια αδιάκοπης ηχητικής στασιμότητας, το έργο αλλάζει ξανά συγχορδία, σ’ ένα γεγονός που προσελκύει μουσικούς, φιλοσόφους και επισκέπτες από όλο τον κόσμο.

Σχεδόν σε κάθε συναυλία, η μουσική κυλά αδιάκοπα από την πρώτη έως την τελευταία νότα. Στο Χάλμπερσταντ, όμως, μια μόνο συγχορδία μπορεί να διαρκέσει χρόνια και η αλλαγή μιας νότας να αποτελεί διεθνές γεγονός.

Αυτό ακριβώς συνέβη σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Βουρχάρδου, όπου το έργο «ORGAN²/ASLSP» (As Slow As Possible) του Αμερικανού πρωτοπόρου συνθέτη Τζον Κέιτζ πέρασε στην 17η αλλαγή συγχορδίας του. Η προηγούμενη είχε πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο του 2024. Η επόμενη είναι προγραμματισμένη για τις 5 Οκτωβρίου 2027.

Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη μουσική εκτέλεση. Η συναυλία άρχισε στις 5 Σεπτεμβρίου 2001 και, σύμφωνα με τον σχεδιασμό του εγχειρήματος, θα ολοκληρωθεί στις 4 Σεπτεμβρίου 2640. Συνολική διάρκεια: 639 χρόνια. Μέχρι σήμερα έχει διανύσει μόλις περίπου το 4% της συνολικής της διαδρομής.

Ο Τζον Κέιτζ (1912-1992), μία από τις σημαντικότερες μορφές της μουσικής πρωτοπορίας του 20ού αιώνα, δεν όρισε ποτέ πόσο έπρεπε να διαρκεί το έργο του. Έγραψε μόνο μια φράση: As Slow As Possible – «Όσο πιο αργά γίνεται». Για ένα πιάνο, αυτό μπορεί να σημαίνει μισή ώρα ή μία ώρα. Για ένα εκκλησιαστικό όργανο, όμως, θεωρητικά δεν υπάρχει χρονικό όριο, αφού ο ήχος μπορεί να διατηρείται επ’ αόριστον με συνεχή παροχή αέρα.

Έτσι, όταν μουσικολόγοι και ειδικοί συγκεντρώθηκαν το 2000 στο Χάλμπερσταντ για να αποφασίσουν πώς θα ερμηνεύσουν την οδηγία του Κέιτζ, κατέληξαν σε μια σχεδόν αδιανόητη απάντηση: 639 χρόνια. Ο αριθμός δεν είναι αυθαίρετος. Το 1361 θεωρείται ορόσημο στην ιστορία της πόλης, καθώς τότε λειτούργησε εκεί ένα από τα πρώτα μεγάλα εκκλησιαστικά όργανα με σύγχρονη χρωματική διάταξη. Από το 1361 έως το 2000 μεσολαβούν ακριβώς 639 χρόνια. Οι εμπνευστές του εγχειρήματος αποφάσισαν ότι αυτή θα ήταν και η διάρκεια της εκτέλεσης, ως φόρος τιμής στην τοπική μουσική παράδοση.

Η συναυλία δεν άρχισε καν με ήχο. Από την έναρξη του έργου, στις 5 Σεπτεμβρίου 2001, μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου 2003 επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Μόνο τότε ακούστηκαν οι πρώτες νότες, καθώς και η σιωπή αποτελεί οργανικό στοιχείο της αισθητικής του Κέιτζ, η διάσημη σύνθεση του οποίου «4’33» (1952), εκτελείται χωρίς να παιχτεί ούτε μια νότα.

Σήμερα, με την προσθήκη ενός ακόμη αυλού που παράγει τη νότα Λα (A4), το έργο πέρασε από επτά σε οκτώ ταυτόχρονες νότες. Οι υπάρχοντες ήχοι δεν διακόπτονται· διατηρούνται συνεχώς χάρη σε ηλεκτρικό φυσητήρα και ειδικά βάρη που κρατούν πατημένα τα πλήκτρα του οργάνου. Η μουσική αλλάζει μόνο όταν προστίθεται ή αφαιρείται κάποια νότα.

Το ίδιο το έργο λειτουργεί ως μια άσκηση μακροχρόνιας σκέψης: κάθε γενιά αναλαμβάνει να παραδώσει το έργο στην επόμενη, χωρίς να γνωρίζει αν το κτίριο, η πόλη ή ακόμη και ο κόσμος θα είναι ίδιοι σε έξι αιώνες. Οι υπεύθυνοι του προγράμματος μιλούν για μια διαφορετική αντίληψη της ανθρώπινης ευθύνης και της πολιτιστικής κληρονομιάς, που υπερβαίνει τον ορίζοντα μιας ζωής.

Ακόμη και τα εισιτήρια για την τελευταία ημέρα της συναυλίας έχουν ήδη τεθεί σε διάθεση. Κοστίζουν €2.640 και μπορούν να μεταβιβαστούν στους απογόνους του αρχικού κατόχου, αφού είναι βέβαιο ότι κανείς από τους σημερινούς αγοραστές δεν θα μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος.

Με στοιχεία από Associated Press