Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Εδώ και μερικούς μήνες οι επιτήδειοι που αξιοποιούν τις τρύπες ασφαλείας της γιγάντιου μεγέθους πλατφόρμας Spotify, έχουν βρει έναν νέο τρόπο για να βγάζουν το χαρτζιλίκι τους. Ανεβάζουν τραγούδια που είναι πλήρως δημιουργημένα με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιώντας λάθρα το όνομα κάποιου μικρομεσαίας δημοφιλίας καλλιτέχνη ή συγκροτήματος (έτσι ώστε να περάσουν κάτω από το ραντάρ αυτοματοποιημένου ελέγχου αυθεντικότητας, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν επέλεγαν να δημοσιεύσουν με την ετικέτα μιας Taylor Swift ή ενός Weeknd).

Έτσι, και παρά τον αντι-κράχτη της επίσης από AI φτιαγμένης συνοδευτικής εικόνας, πάει ο χρήστης να ακούσει π.χ το νέο κομμάτι του μακαρίτη Grant Hart (κάποιο ακυκλοφόρητο gem;) ή των Flaming Groovies (μια νέα νεκρανάσταση πιθανώς), και πέφτει πάνω σε ένα κατασκεύασμα καταπληκτικής ασχήμιας, από το οποίο απομακρύνεται ενστικτωδώς αλαφιασμένος, σαν να συνάντησε τον Χάρο πρωινιάτικα.

Ακόμα όμως κι αν αφήσουμε τις «συνθέσεις» με βιαστικά prompts και πάμε σε πιο «σοφιστικέ» projects όπως το θρυλικά ανεκδιήγητο Dust on the Wind των Velvet Sundown που έφτασε στη κορυφή καταλόγων σε πολλές χώρες, με εκατοντάδες χιλιάδες streams, μέχρι να αποκαλυφθεί ότι οι μπαρουτοκαπνισμένοι καουμπόηδες που το τραγουδούσαν δεν είχαν υπόσταση εκτός του ψηφιακού κόσμου, πάλι δεν μπορεί παρά να μας κάνει αρνητική εντύπωση η ανικανότητα αυτών των λογισμικών να υπερβούν των κατώτερο κοινό παρονομαστή των προτύπων που αντιγράφουν.

Κι ας λύνει απροσπέλαστα μαθηματικά προβλήματα, κι ας έχει μύριες θεαματικές εφαρμογές, η τεχνητή νοημοσύνη, τουλάχιστον στην παρούσα φάση ανάπτυξής της, δεν φαίνεται να ανοίγει κάποιο νέο κεφάλαιο στο βιβλίο που ξεκίνησαν τέσσερις εικοσάχρονοι αλητάμπουρες από το Λίβερπουλ — ούτε καν μια υποσημείωση, μια αξιομνημόνευτη μελωδία, παρά την απλή στη δομή της αρχική φόρμουλα «τρία λεπτά, κιθάρα, μπάσο, ντραμς».     

Καθώς δεν γνωρίζω τις τεχνικές παραμέτρους του θέματος, ελλοχεύει ο κίνδυνος της ηθικολογίας (στην οποίο είμαι ευεπίφορος). Με την επιφύλαξη αυτή κατά νου, και υπό την επήρεια της αίσθησης που μου προκάλεσε και των σκέψεων που μου γέννησε η συναυλία του Ντόμινικ Μίλερ και της μπάντας του στις 24 Σεπτεμβρίου στο Αρχοντικό της Αξιοθέας στη Λευκωσία, θα κάνω μερικές υποθέσεις για τους λόγους της αποτυχίας των μοντέλων δημιουργίας τραγουδιών, και μια (υπό όρους) αισιόδοξη πρόβλεψη για το μέλλον.  

Στην ιδανικά για ανοιχτό χώρο απάνεμη αλλά δροσερή βραδιά της περασμένης Πέμπτης, μπροστά σε ένα πολυπληθές κοινό που έδειχνε να αντιλαμβάνεται και να εκτιμά άμεσα το ασύλληπτης ομορφιάς δώρο που μας δόθηκε, ο Ιρλανδέζικης καταγωγής κιθαρίστας και οι δημοκρατικά συμπρωταγωνιστές μουσικοί του κινήθηκαν με άνεση και δεξιοτεχνία, σε υψηλότατο επίπεδο εκτελεστικής δεινότητας, ανάμεσα στην new age τζαζ και την κλασική ποπ (Beatles, Abba, Bee Gees, και βέβαια Sting, με τον οποίο ο Μίλερ έχει συνυπογράψει μερικές από τις γνωστές σόλο επιτυχίες του).

Φέρτε μου το κεφάλι της πιο προηγμένης μηχανής τριάντα χρόνια μετά, τέτοια επικοινωνία και σοβαρό παιχνίδι ανάμεσα στα μέλη, τέτοια ροή μετάδοσης ανόθευτης χαράς στους τυχερούς παρευρισκόμενους που να οικοδομεί μια εύθραστη (pun intended) συνθήκη ήρεμης έκστασης, αμφιβάλλω ότι θα είναι εφικτή.

Γιατί; Μην είναι ο κάμπος, μην τα βουνά; Δεν ξέρω. Η σωματική μνήμη των άπειρων ωρών που ο μουσικός αφιέρωσε για την κατάκτηση των δυνατοτήτων του οργάνου του και την χωρίς τέλος εξερεύνηση του άγνωστου τοπίου της δικής του σχέσης μαζί του; Η προσωπική ιστορία που, παρά τα περιορισμένα στους περισσότερους μοτίβα (Birth, School, Work, Death όπως τραγουδούσαν εμβληματικά οι Βρετανοί νεογκαραζιέρηδες Godfathers), λειτουργεί σαν ιδιοσυγκρασιακό αντηχείο των κοινών μουσικών παραδόσεων; Η γνώση του μέλλοντος θανάτου και τα όνειρα της νύχτας που εν δυνάμει μας μεταμορφώνουν όλους σε Άμλετ του υπνοδωματίου μας; Ό,τι και να ισχύει, σε αυτό το πεδίο, της ουτοπικής ελευθερίας ενός Heavenly pop hit (που τραγουδούσαν και οι Νεοζηλανδοί Chills), οι μηχανές «δεν μπορούν να πηδήξουν».  

Άρα, κλείσαμε; Δεν υπάρχει φόβος να κατακλυστούμε από AI generated τραγούδια, όπως ήδη συμβαίνει με δημοσιογραφικά άρθρα και αναρτήσεις (κι ας κάνουνε ακόμη μπαμ από μακριά, ενώ οι συντάκτες τους κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους). Απεναντίας.

Ανησυχία όμως δεν μου προκαλούν τα mainstream σχήματα της K-pop ή τα αμερικάνικα αντίστοιχα όπως οι KatsEye, κι ας είναι λογικό να ενοχοποιήσουμε πρώτα αυτά τα υπολογισμένα εμπορικά προϊόντα. Και στο παρελθόν έτσι συνέβαινε, αλλά η προσωπικότητα και το ταλέντο έβρισκαν τρόπο να ξεχωρίζουν στο ιδιαίτερα ανταγωνιστικό αυτό πλαίσιο.

Περισσότερο με τρομάζει όταν ακούω σχήματα του «εναλλακτικού» ήχου, με προφάσεις ποιότητας, να μην έχουν αίσθηση ιστορικότητας αλλά να βλέπουν τις προηγούμενες δεκαετίες σαν ένα σουπερμάρκετ τάσεων, να αντιγράφουν αντιγραφές, να μην έχουν φιλοδοξίες να ανεβούν στις κορυφές για να προχωρήσουν. Όταν (θα) έχει χαθεί αυτό για το οποίο μιλούν εξ ορισμού τα μεγάλα soul τραγούδια — κι ας μην το πιάσαμε ποτέ στα χέρια μας— δεν (θα) έχει σημασία αν ένα κομμάτι (θα) έχει γραφτεί από διαφανείς ανθρώπους ή από την τεχνητή νοημοσύνη.  

Ελεύθερα, 4.10.2026