Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟ φετινός Χρυσός Φοίνικας των Καννών θέτει με αποστασιοποιημένη ψυχρότητα μια σειρά από καίρια ερωτήματα καλώντας τον θεατή να βρει τις απαντήσεις (στον κινηματογράφο Πάνθεον μέχρι τις 28 Οκτωβρίου).
Η κουλτούρα της ψυχρότητας
Το «Fjord» του Κρίστιαν Μουντζίου είναι μια παγωμένη ταινία, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Τα χιόνια της κατηφορίζουν από τα ψηλά βουνά και φωλιάζουν στις ψυχές των ανθρώπων. Αυτό που παρακολουθούμε επί δυόμιση ώρες είναι συναισθηματικό ανάλογο της εποχής των παγετώνων.
Τότε γεννήθηκαν τα φιόρδ, οι εντυπωσιακοί θαλάσσιοι όρμοι που υψώνονται σαν φαράγγια πάνω από τα νερά. Αυτοί οι πέτρινοι γίγαντες που χωρίζουν στη μέση τον ορίζοντα αποτελούν σήμα κατατεθέν της νορβηγικής φύσης.
Ο σκηνοθέτης υπονοεί πως καθρεφτίζουν, επίσης, την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση αυτής της τόσο ανεπτυγμένης, βόρειας χώρας. Είναι κάθετη, ψυχρή, απόλυτη και αποστασιοποιημένη.
Λειτουργεί εντελώς μονολιθικά, ακολουθώντας αυστηρά πρωτόκολλα και αδιατάρακτους κανονισμούς. Οι λεπτές, ανθρώπινες αποχρώσεις σβήνουν και χάνονται στην γκρίζα σκιά της τυπολατρίας.

Στο φιλμ -τιμημένο με Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες- αυτή η «κουλτούρα της ψυχρότητας» απειλεί να συντρίψει μια πολυμελή οικογένεια θρησκόληπτων μεταναστών. Όταν η έφηβη κόρη εμφανίζεται με μώλωπες στα χέρια και στα πλευρά, ο κρατικός μηχανισμός αυτοπροστασίας παίρνει αυτόματα μπρος.
Η Πρόνοια θέτει και τα πέντε ανήλικα υπό τη σκεπή της. Οι δε γονείς χαρακτηρίζονται αυτόματα ως φανατικοί φονταμενταλιστές που βιαιοπραγούν. Κάτω από την καθωσπρέπει παγωμένη επιφάνεια του Βορρά -υπονοεί ο σκηνοθέτης- σέρνεται το φίδι του ρατσισμού.
Η σύγκρουση των πολιτισμών
Η μάχη είναι ανάμεσα στον προοδευτισμό και τη συντήρηση, όμως τα όρια μεταξύ τους παραμένουν θολά και συγκεχυμένα. Μήπως, τελικά, το προσωπείο του συστήματος είναι πιο τυραννικό από τους υπερσυντηρητικούς ευαγγελιστές- μετανάστες που καταδικάζει;

Ο Μουντζίου δεν δίνει προφανείς και ξεκάθαρες απαντήσεις. Όπως ανέφερα και σε προηγούμενο σημείωμα, ο Ρουμάνος σκηνοθέτης λατρεύει τις άνω τελείες και τα αποσιωπητικά. Ψέγει την δήθεν προοδευτική, κανονιστική τελειότητα της Δύσης αλλά και τη στενόμυαλη, πατριαρχική οπτική της Ανατολής.
Στην οικογένεια Γκεοργκίου, ο πατέρας Μιχάι (Σεμπάστιαν Σταν) είναι ο αδιαμφισβήτητος στυλοβάτης. Η Λίζμπετ, η Νορβηγίδα μητέρα (Ρενάτε Ράινσβε) συνεπικουρεί και τα τέκνα ακολουθούν: στο φαγητό, στην προσευχή, στην τιμωρία. Όσα είναι αθώα κι επιτρεπόμενα στη μια πλευρά, είναι απαγορευμένα κι αξιοκατάκριτα στην άλλη. Το «νουθετικό μπατσάκι» της Ανατολής συνεπάγεται αφαίρεση της γονικής επιμέλειας στην Δύση.
Η σύγκρουση των πολιτισμών έχει θύματα -ως συνήθως- τα ίδια τα παιδιά. Εκείνα είναι πολύ πιο ανοιχτά, τόσο από τους γονείς, όσο και από το σύστημα προστασίας τους. Εξερευνούν ορίζοντες, όρια και αισθήσεις. Στην ρευστή τους ματιά, ο ένας πολιτισμός μπορεί κάλλιστα να «ερωτευτεί» τον άλλο, σεβόμενος παραδόσεις, γλώσσες, ιδιαιτερότητες. Έτσι, τα δύο έφηβα κορίτσια του φιλμ (η Νούρα από τη μια, η Έλια από την άλλη) ρίχνουν συναισθηματικές γέφυρες ανάμεσα στα παγωμένα φιόρδ.
Η πραγματική ιστορία
Μα τα φιόρδ θα επιμείνουν πεισματικά σε μια πορεία σύγκρουσης. Το συναισθηματικό δράμα θα πρέπει αναγκαστικά να γίνει και δικαστικό. Όσα παρακολουθούμε γίνονται ακόμα πιο γκρίζα και καταθλιπτικά, όταν σκεφτούμε πως δραματοποιούν μια πραγματική ιστορία: την υπόθεση Μποντναρίου, η οποία έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τον Δεκέμβριο του 2020.
Τότε, Ρουμάνοι διπλωμάτες, μέσα μαζικής επικοινωνίας, ακτιβιστές και χριστιανικές οργανώσεις, έθεταν το ζήτημα της πολιτισμικής ταυτότητας η οποία «βρισκόταν υπό διωγμό, με πρόσχημα την προστασία». Η οικογένεια Μποντναρίου κατέληξε σε συμβιβασμό με τις νορβηγικές αρχές, πήρε -προσωρινά- τα παιδιά της πίσω κι επέστρεψε ψυχικά τραυματισμένη στην Ρουμανία.
Αυτή τη συναισθηματική Οδύσσεια σκιαγραφεί ο Μουντζίου. Οι πρωταγωνιστές του είναι σαν ήρωες του Κάφκα, πιόνια σε γιγάντια γραφειοκρατική σκακιέρα. Η εντυπωσιακή βόρεια φύση υπογραμμίζει την μικρότητα των ανθρώπων. Το ίδιο πράττει και η νορβηγική σημαία που ανεμίζει γιγάντια και απειλητική έξω από το παράθυρο, την ώρα που η κοινωνική πρόνοια απομακρύνει τα παιδιά από τους γονείς.
Ο φακός του σκηνοθέτη παραμένει αποστασιοποιημένος ενώ το ζεύγος Γκεοργκίου κρύβει επιμελώς τη συγκίνηση κάτω από χοντρά γυαλιά. Αναπόδραστα, αυτό έχει συνέπειες και στη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή: είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Ο θεατής αποφασίζει

Εξάλλου, σε αυτή την παγωμένη ταινία, τα πιο σημαντικά συμβαίνουν μέσα στη σιωπή, πίσω από κλειστές πόρτες και με την κάμερα απούσα. Ο «κινηματογράφος της ασάφειας» αφήνει τον θεατή να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα: βιαιοπράγησαν οι γονείς ενάντια στα παιδιά τους;
Επί της οθόνης εκτυλίσσεται ένα άτυπο ψυχολογικό τεστ. Η τελική απόφαση μετατίθεται στον θεατή. Ο τρόπος που εκλαμβάνει τα τεκταινόμενα, φανερώνει κάτι από τη δική του ψυχοσύνθεση. Γι’ αυτό επιδιώκει την ψυχρή αφαίρεση ο Μουντζίου: για να μη μας φορτώσει τις προσωπικές του επιλογές και προκαταλήψεις.
Αναρωτιέμαι αν μπορούμε να κατανοήσουμε τη συγκεκριμένη οπτική μέσα στο φορτισμένο περιβάλλον των ημερών μας. Αν έχουμε την ικανότητα να δούμε τα πράγματα μέσα από έναν ευρυγώνιο φακό, ο οποίος «αγκαλιάζει» διαφορετικά βιώματα και προσεγγίσεις. Ή αν παραμένουμε μονολιθικοί και μονοδιάστατοι, τυφλοί σαν τα ιδεολογικά φιόρδ που βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.
Αυτό αφορά τον κάθε ένα από εμάς, αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη που δείχνει να υπνοβατεί προς την αυτοκαταστροφή του. Το τελικό ζήτημα που θέτει ο σκηνοθέτης είναι το εξής: δεν έχει σημασία ποιος θα βγει νικητής μέσα σε δικαστικές αίθουσες, ούτε ποιος θα κερδίσει το ηθικό πλεονέκτημα.
Αυτό που μετρά είναι οι συνέπειες της ολέθριας σύγκρουσης πάνω στις ψυχές της επόμενης γενιάς. Στις Νούρια και στις Έλια που μένουν μετέωρες και διχασμένες.
Ελεύθερα, 25.10.2026