Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜαρία Λουκά, «Δεκαέξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», Εκδόσεις Βακχικόν, 2025
Μετά το βραβευμένο «εφηβικό» της μυθιστόρημα «Η Αφέντισσα της Λάρας» (1992), η Μαρία Λουκά εμπλουτίζει την πολυειδή συγκομιδή της εργογραφίας της με τη δεύτερη μυθιστορηματική της κατάθεση, από την οποία τεκμαίρεται όχι μόνο η αριστοτεχνική γραφή της αφηγηματικής της υποβλητικής αμεσότητας, αλλά και η εξόχως ενδιαφέρουσα πρωτοποριακή ιδιαιτερότητα της παρούσας θεματικής αποτύπωσης για πολλαπλούς λόγους.
Κατ’ αρχήν, αιφνιδιάζει ο Πιραντελλικός τίτλος, που παραπέμπει στο εμβληματικό έργο του επιφανούς Νομπελίστα δραματουργού με τη διαφοροποίηση του αριθμού των προσώπων που «ζητούν συγγραφέα» και τη διαφορετικότητα των ιστοριών τους, όπως διευκρινίζει η συγγραφέας στον επίλογο του προλογίσματός της: «Σαν τα έξι πρόσωπα του Λουίτζι Πιραντέλλο, έτσι και τα δικά μου δεκαέξι πρόσωπα ζουν ήδη μέσα μου, για μισό σχεδόν αιώνα, μια ζωή που είναι δική τους και που δεν είναι στη δύναμή μου να τους την αρνηθώ, όχι άλλο. Είναι πια καιρός να τ’ αφήσω να βγουν στο φως…».
Εξ ου και ως εκ των έντονων βιωματικών αναμνήσεων από τον συγχρωτισμό της με τα πρόσωπα εκείνα, κατά την εκπαιδευτική της σταδιοδρομία, θα καταστεί η δική τους αναδρομική φωνή έκφρασης και συγκινησιακής επαναφόρτισης, αναδημιουργώντας μέσα από τις πράξεις, τις σκέψεις και τις συμπεριφορές, τον συναισθηματικό και ψυχικό τους κόσμο, σε συνεπαγωγή με το οικογενειακό, σχολικό και εργασιακό τους περιβάλλον αυθεντικούς χαρακτήρες και πειστικά υπαρκτούς ζωντανούς τύπους με όρους μυθοπλαστικής έμπνευσης.
Η δομή, ωστόσο, του κειμένου της, που εκτείνεται σε 136 σελίδες άρτιας εκδοτικής επιμέλειας, συναρθρώνεται με παραστατικά σκηνικά επεισόδια θεατρικής πλοκής, όπως εμφαίνουν τα κεφάλαια των περιγραφικών τίτλων. Θα μπορούσαν, επομένως, οι πρωτοπρόσωποι εξομολογητικοί μονόλογοι με την προφορικότητα της οικείας γλώσσας των ομιλούντων στη συνεκτική εναλλαγή της ψυχογραφικής χαρακτηρολογίας των προσώπων και στους ζωηρούς ρυθμούς μιας θεαματικής εικονοποιίας να ανεβαστούν επί σκηνής με κάποιες κατ’ οικονομίαν προσαρμογές, μετουσιώνοντας την αναγνωστική μέθεξη σε ελκυστικά δρώμενα εμφατικής θέασης.
Εξάλλου, δεν είναι τυχαία η εγγενής έφεση μιας τέτοιας ευρηματικότητας, αν κρίνουμε από την αγάπη της συγγραφέως για το θέατρο και τις πολύχρονες επιδόσεις της στις επιτυχείς μαθητικές παραστάσεις. Πέραν όμως της μορφικής επένδυσης του εγχειρήματος, τους στόχους της καλής φιλολόγου παιδαγωγού υπαγόρευσε η ανάγκη της ανάδειξης των διαχρονικών αλλά και υπό έξαρση σήμερα επίμαχων προβλημάτων παιδαγωγίας σε άρρηκτη σχέση παιδιών, δασκάλων και γονέων, όπως και των καταλυτικών κοινωνικών επιδράσεων, προεξάρχοντος του διαδικτύου.
Η δράση, κατ’ αρχήν, εκτυλίσσεται σε ένα γυμνάσιο λίγο πριν την πανδημία. Ένας μαθητής, γνωστός για τις εριστικές διαθέσεις και τις εκρηκτικές ανεξέλεγκτές του αντιδράσεις, επεμβαίνει να υπερασπιστεί δύο συμμαθήτριές του βρίζοντας χυδαία τον καθηγητή τους, όταν εκείνος προσπαθεί να αποσπάσει το κινητό τους, απαγορευμένο από τους κανονισμούς εν ώρα μαθήματος.
Η τιμωρία του παραπτώματος, αντί της παραδοσιακής αποβολής και βάσει της νέας παιδαγωγικής προσέγγισης του Υπουργείου, θα αντικατασταθεί με επωφελή εθελοντική εργασία πέντε ημερών στο «Κέντρο Υποστηριζόμενης Διαβίωσης και Αποκατάστασης Αμφιτρίτη». Προφανής ο μεταφορικός συμβολισμός της «αποκατάστασης». Είναι ο δεύτερος οιονεί σκηνικός χώρος, όπου κάτω από τις αυστηρές συστάσεις και τις εμπειρικές νουθεσίες του φυσικοθεραπευτή ο ατίθασος Μιχαήλ, η Ελένη και η Χριστίνα, των οποίων η φιλία είχε διασαλευθεί διεκδικώντας αμφότερες τον Πέτρο, θα πάρουν μαθήματα ιδιαίτερης διδαχής.
Δέος και θαυμασμό προκαλούν οι δραματικές εξιστορήσεις τριών υπερήλικων τροφίμων στην «Αμφιτρίτη», βασισμένες στα προσωπικά τους βιώματα, που ευστόχως παρεμβάλλει εδώ η συγγραφέας, προκειμένου να αντιπαραθέσει στη συνείδηση των σημερινών εφήβων τις σκληρές συνθήκες της βιοπάλης και της ένδειας, του ξενιτεμού, της δοκιμασίας και της στέρησης του δικαιώματος από συνομήλικούς τους παλαιότερων εποχών να φοιτήσουν είτε να ολοκληρώσουν τη φοίτησή τους μέχρι το δημοτικό.
Οι δύο πρώτες αφηγήσεις ρέουν στο γλαφυρό Κυπριακό ιδίωμα της γιαγιάς Παντελίτσας και της γιαγιάς Γιαννούλας, μητέρας της συγγραφέως, και η τρίτη εκτενέστερη στη νεοελληνική αυτοβιογραφική ιστόρηση του παππού Χρύσανθου ή Χρυσανθή του ράφτη, γεννημένων όλων στη Λακατάμια το πρώτο ήμισυ του περασμένου αιώνα.
Συγκλονιστική, επί πλέον, η παρέμβαση του φυσικοθεραπευτή, ο οποίος, εντοπίζοντας τον ενθουσιασμό του Μιχαήλ για την «Kawasaki» μοτοσικλέτα του, του εφιστά την προσοχή που κρύβει η θανάσιμη απογείωση της ταχύτητας, παρουσιάζοντάς του το παράδειγμα του Ρένου, που συνεχίζει την εκεί φυσικοθεραπεία του, καθώς στα δεκαοκτώ του είχε οδηγηθεί πολυτραυματίας σε κωματώδη κατάσταση στη ΜΕΘ μετά από σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ακόμη πιο εύγλωττες οι μαρτυρίες του ίδιου του Ρένου, που διηγείται με αναλυτικές λεπτομέρειες το ιστορικό ενός πολύχρονου συνεχιζόμενου αγώνα στην επίμονη προσπάθειά του να επιστρέψει στη ζωή, επανακτώντας την «αρχιτεκτονική» ισορροπία των ψυχοσωματικών του δυνάμεων.
Στο υβριδικό ή, κατά τον Σολωμό, «εις είδος μιχτό, αλλά νόμιμο» αυτό θεατρομυθιστόρημα μονολόγων είτε ενδιάθετων διαλόγων σπονδυλωτής πολυφωνίας το τρίτο μέρος επιγράφεται «Στο σχολείο και πάλι» και εισάγεται με προϊδεασμό αγαπητικού αφιερωματικού ποιήματος στη μαθήτρια της συγγραφέως Ελένη, όπως το πρώτο μέρος στους μαθητές της Νικόλα και Μιχαήλ· ενώ το δεύτερο μέρος με Κυπριακό δημοτικό τραγούδι «Της ξενιτιάς», που δεν απηχεί απλώς τα αφηγηματικά συμφραζόμενα της πρώτης γιαγιάς και την παροδική απομάκρυνση των εν λόγω παιδιών από τον σχολικό χώρο, αλλά την αποξένωση πρωτίστως από την οικογένειά τους και δευτερευόντως από το σχολείο.
Η επιστροφή με τις διδακτικές εμπειρίες στις αποσκευές τους πυροδοτεί περαιτέρω γόνιμους προβληματισμούς και εποικοδομητικές συνέργειες στις παιδαγωγικές στρατηγικές της διευθύντριας, της φιλολόγου καθηγήτριας και της σχολικής ψυχολόγου, ώστε να συμβάλουν ουσιαστικά στη συμφιλίωση των παιδιών με τα οικογενειακά τους προβλήματα. Ο Μιχαήλ και η Ελένη πρέπει να αμβλύνουν τον πόνο του τραύματος, που τους προκάλεσαν οι διαζευγμένοι γονείς τους, όπως και η Χριστίνα οφείλει να απαλλαγεί από την αυταρχική παθογένεια της οικογένειάς της, που έκτισε την ψευδαισθησιακή εικόνα της τελειότητάς της.
Η Μαρία Λουκά, ακολουθώντας τη σκηνική φιλοσοφία του Πιραντέλλο με το απομυθοποιητικό «σπάσιμο» του τέταρτου τοίχου, καθιστά τον αναγνώστη-θεατή συνομιλητή και συσσυγγραφέα των δεκαέξι προσώπων του βιβλίου της, ώστε να καταγράψει αυτούσια την αλήθεια. Πίσω από τα φαινόμενα της μαθητικής παραβατικής συμπεριφοράς βρίσκονται πλείστες όσες φορές δυσεπίλυτα οικογενειακά δράματα.

Φιλελεύθερος 26.10.2026