Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ακολουθώντας τα βήματα ενός σημαντικού και αγαπημένου δημιουργού από την αρχή της πορείας του μέχρι σήμερα, προκύπτουν όλα όσα περιμένεις να ακούσεις, για να επιβεβαιώσεις -ξανά- την αυθεντικότητα και τη σεμνότητά του.

Με αφετηρία την κίνηση και με αφορμή το παιδικό έργο «Κοκκινοσκουφίτσα» που σκηνοθετεί στον ΘΟΚ, μιλά για την καλλιτεχνική του διαδρομή, τη συνεργασία του με τις νεότερες γενιές αλλά και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ο χορός στην Κύπρο.

-Αυτό που βλέπουμε και ονομάζουμε χορό έχει αλλάξει. Πώς βλέπεις εσύ αυτή τη μετακίνηση; Θα έλεγα πως το πεδίο έρευνας μέσα στην κίνηση έχει διευρυνθεί, αφού τοποθετούνται κι άλλες μορφές τέχνης στην ήδη υπάρχουσα. Κάτι που σημαίνει πως ως δημιουργός χρειάζεσαι τη βοήθεια και άλλων μέσων, για να συμπληρώσεις την ιστορία σου. Αυτό το θαυμάζω, γιατί δίνει χώρο στα παιδιά που δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα χορευτές αλλά και σε νέους δημιουργούς να πειραματιστούν.  Ένα πρόβλημα όμως που αισθάνθηκα τα τελευταία χρόνια στον χώρο της κίνησης είναι ότι άρχισε να λειτουργεί ενάντια στους δημιουργούς που ασχολούνται με αυτήν. Άρχισαν να ονομάζουν πλέον την κίνηση ξεπερασμένη. Κι αυτό είναι κάτι που με ενοχλεί πολύ, γιατί αυτή είναι η τέχνη μας, η βάση μας. Είναι σημαντικό να ξεκινάς από εκεί και μετά να πηγαίνεις όπου αλλού θες.   

-Δεν σκέφτηκες ποτέ να πειραματιστείς στο πεδίο αυτό; Αυτό που θέλω είναι να κάνω τη δουλειά που με εκφράζει, να επικοινωνώ με το κοινό μου και να δημιουργώ έργα που έχουν λόγο ύπαρξης. Κάθε καλλιτέχνης απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό. Δεν είναι δυνατόν να ικανοποιούμε όλους τους θεατές ή να περιμένουμε ότι όλοι θα συνδεθούν με κάθε μορφή τέχνης. Φυσικά και δέχομαι την κριτική για τη δουλειά μου, αλλά με βάση τη δουλειά μου. Αν είναι ξεπερασμένο φέτος το χορογραφικό μου έργο, πείτε μου το. Αλλά δεν είμαι γενικά ξεπερασμένος, επειδή κάνω κίνηση. Αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ.

© Δημήτρης Βαττής. Επιμέλεια-styling: Αφροδίτη Κουπεπίδου

-Τι είναι αυτό που αναζητάς, όταν δημιουργείς μια παράσταση; Με ενδιαφέρουν πολύ τα συναισθήματα και όσα δεν μπορούμε εύκολα να εξηγήσουμε. Γιατί αγαπάμε κάποιον; Γιατί ερωτευόμαστε; Γιατί φτάνουμε κάποιες φορές σε ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις; Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε ή να απαντήσουμε με βεβαιότητα, αλλά είναι αυτά που μας χαρακτηρίζουν ως ανθρώπους. Με ενδιαφέρει το συναίσθημα, όταν είναι αληθινό και προκύπτει από τη σκηνική δράση. Δεν θέλω να δημιουργώ κάτι που να είναι όμορφο ή αισθητικά εντυπωσιακό. Θέλω να υπάρχει μια εσωτερική ανάγκη, μια ένταση που να διαπερνά τα σώματα και να φτάνει στον θεατή.  Είναι κάτι που λέω συνέχεια όταν δουλεύω: «Παιδιά, σάρκα και αίμα». Αυτά τα δύο πρέπει να είναι πάνω στη σκηνή. Αυτή η σάρκα είναι που πρέπει να ματώσει.  

-Αυτό δεν ακούγεται κάπως μελό; Η πρώτη εικόνα για να γεννηθεί κάτι, έρχεται από το συναίσθημα. Δεν λέω να γίνω μελοδραματικός, αλλά υπάρχει και το ωραίο μελό, όπως αυτό που είχαμε στο «Λίγο Ακόμα», που αγαπώ πάρα πολύ.

–Τι σου προσφέρει η συνεργασία με νέους ανθρώπους; Τα τελευταία χρόνια έχω γίνει πολύ πιο ευέλικτος στον τρόπο με τον οποίο δουλεύω. Παλαιότερα καθόριζα σχεδόν ολόκληρη την κινησιολογία των έργων μου. Σήμερα μπορώ να δώσω μια κατεύθυνση στους χορευτές, να τους δείξω τι αναζητώ και στη συνέχεια να αφήσω χώρο για τις δικές τους προτάσεις. Αυτό δημιουργεί μια πολύ όμορφη ανταλλαγή. Οι νέοι άνθρωποι φέρνουν το δικό τους υλικό, τις δικές τους εμπειρίες και τη δική τους σωματική γλώσσα. Εγώ προσπαθώ να τους οδηγήσω λίγο παραπέρα και την ίδια στιγμή εκείνοι με πηγαίνουν σε μέρη που ίσως δεν θα ανακάλυπτα μόνος μου.  

–Πώς είναι να βρίσκεσαι απέναντι σε μια ομάδα συνεργατών που περιμένει από εσένα κατεύθυνση και απαντήσεις; Υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι πολύ εκτεθειμένος. Βρίσκεσαι μπροστά σε μια ομάδα ανθρώπων που περιμένει από εσένα να γνωρίζεις τι πρέπει να γίνει, ποια είναι η επόμενη κίνηση και προς τα πού θα οδηγήσεις τη δουλειά. Κάποιες φορές οι απαντήσεις έρχονται εύκολα. Άλλες φορές, όμως, δεν ξέρεις ακριβώς τι πρέπει να κάνεις εκείνη τη στιγμή. Παλαιότερα ίσως να αισθανόμουν ότι έπρεπε οπωσδήποτε να έχω μια απάντηση. Σήμερα έχω αποκτήσει το θάρρος να πω: «Δεν ξέρω. Δεν το έχω προετοιμάσει. Ας το βρούμε μαζί τώρα». Όταν υπάρχει εμπιστοσύνη, δεν χρειάζεται να προσποιείσαι ότι γνωρίζεις τα πάντα. Μπορείς να δοκιμάσεις, να αναζητήσεις και να ανακαλύψεις μαζί με τους άλλους.

–Με το πέρασμα των χρόνων, πώς αλλάζει η σχέση σου με τη δημιουργία; Η εμπειρία είναι υπέροχη, γιατί σε ωριμάζει και σου προσφέρει γνώση. Υπάρχουν, όμως, στιγμές που αισθάνομαι ότι μπορεί και να σε περιορίσει. Στα πρώτα χρόνια υπήρχε μια ελευθερία που μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν σκεφτόμουν τόσο πολύ. Ήθελα να κάνω κάτι και το δοκίμαζα. Δεν με απασχολούσε διαρκώς αν θα πετύχει ή αν θα είναι αυτό που περιμένουν οι άλλοι. Με τα χρόνια, όμως, αρχίζει να υπάρχει η κριτική από το περιβάλλον, αλλά και η δική σου εσωτερική κριτική. Αρχίζεις να σκέφτεσαι περισσότερο τι θα πάει καλά, ποια είναι η ασφαλέστερη επιλογή και τι πρέπει να κάνεις για να πετύχεις ένα καλό αποτέλεσμα. Κάποιες φορές αυτό σε κάνει να φοβάσαι το ρίσκο. Και αυτό είναι κάτι που με στενοχωρεί πολύ.

–Πώς προσέγγισες τη σκηνοθεσία της «Κοκκινοσκουφίτσας», της παιδικής παράστασης, που ανεβαίνει τώρα στον ΘΟΚ; Ερευνώντας αρχικά τον κόσμο των παιδιών συμπέρανα πως η εικόνα είναι το ίδιο σημαντική γι’ αυτούς με τον λόγο. Την έχουν ανάγκη. Άρα, προσπάθησα να τη χρησιμοποιήσω όσο περισσότερο γινόταν. Θέλησα έτσι να δημιουργήσω έναν κόσμο και να διατηρήσω τη μαγεία της καθημερινότητάς του, όχι την ψεύτικη μαγεία. Επίσης, δεν ήθελα η Κοκκινοσκουφίτσα να είναι απλώς ένα αθώο κοριτσάκι που φοβάται τη ζωή. Με ενδιέφερε να είναι ένα κορίτσι με θάρρος, ενέργεια και διάθεση να τολμήσει. Ένα παιδί που μπορεί να κάνει λάθη, να αμφισβητήσει όσα του λένε και να ανακαλύψει τον κόσμο. Ήθελα τα παιδιά να μπορούν να αναγνωρίσουν κάτι δικό τους στον χαρακτήρα και να αισθανθούν ότι έχουν δικαίωμα να είναι ο εαυτός τους.

© Δημήτρης Βαττής. Επιμέλεια-styling: Αφροδίτη Κουπεπίδου

–Η μετάβασή σου από τη χορογραφία στη σκηνοθεσία ήταν κάτι που επιδίωκες από την αρχή; Ήταν κάτι που υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μου, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πλήρως ότι θα συνέβαινε. Οι συνεργάτες μου στο θέατρο συχνά μου έλεγαν ότι ο τρόπος με τον οποίο δουλεύω την κίνηση είναι περισσότερο σκηνοθετικός. Αυτό, βέβαια, το γνώριζα σε έναν βαθμό. Ακόμη και όταν σπούδαζα, δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα η χορογραφία ως αυτοσκοπός. Ήθελα να χορεύω. Δεν με απασχολούσε τόσο η διαδικασία της δημιουργίας μιας χορογραφίας ως ξεχωριστής δραστηριότητας. Τελικά το θέατρο ήταν αυτό που με οδήγησε στη χορογραφία. Όταν άρχισα να δουλεύω πάνω σε θεατρικά έργα, κατάλαβα ότι με ενδιέφερε να δημιουργώ κίνηση που να έχει σχέση με τη δομή, τους χαρακτήρες και τον κόσμο του έργου. Δεν ήθελα απλώς να βλέπω σώματα να κινούνται. Ήθελα να έχω κάτι να πω μέσα από την κίνηση, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι θα αφηγούμουν μια ιστορία με έναν γραμμικό, συμβατικό τρόπο. Νομίζω ότι αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο, πολλές φορές, αισθανόμουν ότι περισσότερο σκηνοθετούσα τα έργα μου παρά τα χορογραφούσα.

–Πώς βλέπεις τη νέα γενιά χορευτών και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει; Τα παιδιά εκπαιδεύονται τεχνικά στις σχολές και πολλοί από τους νέους χορευτές είναι εξαιρετικά ικανοί. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι ότι συχνά δέχονται μεγάλη πίεση από το περιβάλλον τους. Μέσα σε ένα τοπίο όπου κυριαρχούν η υπερβολική έμφαση στην εκτέλεση, η εικόνα και ορισμένες εννοιολογικές προσεγγίσεις, μπορεί να δημιουργείται στους νέους η αίσθηση ότι αυτό που κάνουν, δεν είναι αρκετά σύγχρονο ή δεν θεωρείται πραγματικός χορός. Αυτό είναι κρίμα, γιατί ένας καλός χορευτής διαθέτει ένα εξαιρετικά πλούσιο εργαλείο: Το σώμα του. Το ζητούμενο είναι να μπορέσει να το εξερευνήσει βαθύτερα, να ανακαλύψει το συναίσθημά του και να συνδέσει την τεχνική του με την προσωπική του εμπειρία. Παλαιότερα έλεγα πάντα ότι οι χορευτές πρέπει να είναι λίγο πιο ώριμοι, γιατί πίστευα ότι πρέπει να έχουν ζήσει πράγματα. Τώρα λέω όχι. Πιστεύω ότι οι νέοι άνθρωποι έχουν πολλά να προσφέρουν. Κουβαλούν τις δικές τους εμπειρίες, την αγωνία, τον θυμό και την απόγνωση της εποχής τους. Έχουν τη δική τους αλήθεια και αυτή πρέπει να βρει χώρο στη σκηνή. Και είναι σημαντικό για εμάς τους παλαιότερους να μοιραστούμε μαζί τους πράγματα από τη δική μας γενιά και από τη δική μας εμπειρία ζωής.

-Από τον Δημήτρη Παπαϊωάννου τι πήρες εσύ; Ήμουν για δέκα χρόνια στην ομάδα του Παπαϊωάννου κι ήταν πραγματικά σχολείο για μένα, γιατί μου άνοιξε έναν κόσμο που αφορούσε και την αισθητική. Το σημαντικότερο, όμως, ήταν πως η εμπειρία μου με τον Δημήτρη ήταν αυτή που με οδήγησε να διαμορφώσω τη δική μου ταυτότητα. Και είναι ακριβώς η αντίθετη από αυτήν του Δημήτρη, που είχε μια πολύ έντονη προσέγγιση σε κάποια πράγματα. Ήθελε, για παράδειγμα, οι χορευτές του να φτάνουν σε ένα συγκεκριμένο σημείο έντασης ή συναισθήματος που να μη σπάει το γυαλί που μας διαχώριζε από το κοινό. Εγώ, αν έκανα θέατρο ή χορογραφούσα, θα έκανα ακριβώς το αντίθετο: Θα έσπαγα καθετί που υπάρχει ανάμεσα σε μένα και στον θεατή, θα τα έκανα όλα θρύψαλα. 

–Πώς διαμορφώθηκε η σχέση σου με την Αθήνα και την Κύπρο; Πηγαίνοντας στην Αθήνα βρήκα εκεί έναν κόσμο που τροφοδοτούσε διαρκώς τη φαντασία μου. Ακόμη και το να κάθεσαι στο μπαλκόνι και να παρατηρείς πώς κινείται ο κόσμος, μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για μια χορογραφική ιδέα. Οι παραστάσεις σε υπόγεια, ανεξάρτητες ομάδες και δημιουργοί που πειραματίζονταν έξω από τις συμβατικές φόρμες με γοήτευαν. Για πολλά χρόνια, στην Κύπρο ήθελα κυρίως να χορεύω ή να παρουσιάζω τη δουλειά μου μέσα από κάποια ομάδα. Σταδιακά, όμως, άρχισα να γνωρίζω νέους Κύπριους καλλιτέχνες που επέστρεφαν από το εξωτερικό. Αυτό με βοήθησε να ξαναβρώ τη σχέση μου με τον τόπο και να καταλάβω ότι μπορούσε να υπάρξει εδώ μια δημιουργική κοινότητα με την οποία θα ήθελα να συνεργαστώ. Σήμερα εργάζομαι περισσότερο στην Κύπρο, αν και εξακολουθώ να έχω συνεργασίες στην Αθήνα. Η Αθήνα έχει έναν διαφορετικό παλμό, αλλά το οικονομικό και επαγγελματικό περιβάλλον είναι δύσκολο.

© Δημήτρης Βαττής. Επιμέλεια-styling: Αφροδίτη Κουπεπίδου

-Και η Κύπρος; Η Κύπρος έχει τη δική της δυναμική και ανθρώπους με ενθουσιασμό, αλλά υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο στηρίζεται η καλλιτεχνική δημιουργία. Το κοινό είναι μικρότερο, οι ευκαιρίες λιγότερες και η κατανόηση ορισμένων καλλιτεχνικών μορφών δεν είναι πάντοτε επαρκής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αξιόλογοι δημιουργοί. Αντίθετα, πιστεύω ότι υπάρχει δυναμικό που χρειάζεται τις κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί.

-Πώς επηρεάζει η έλλειψη σταθερών προγραμματισμών τους νέους δημιουργούς; Τους αφήνει μετέωρους. Οι νέοι καλλιτέχνες κάνουν σχέδια, συγκεντρώνουν υλικό, προετοιμάζουν παραγωγές και περιμένουν να μάθουν αν θα έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Όταν οι διαδικασίες καθυστερούν ή οι ευκαιρίες παραμένουν αβέβαιες, ολόκληρος ο προγραμματισμός τους ανατρέπεται. Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο για ανθρώπους που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια επαγγελματική πορεία στον χορό. Πολλοί αναγκάζονται να στραφούν στη διδασκαλία για να εξασφαλίσουν εισόδημα, ακόμη κι αν βρίσκονται σε μια φάση της ζωής τους κατά την οποία χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να δημιουργήσουν και να αποκτήσουν εμπειρία. Η διδασκαλία είναι σημαντική και πολύτιμη, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική διέξοδο για κάθε νέο χορευτή ή χορογράφο. Χρειάζεται ένα σύστημα που να δίνει στους καλλιτέχνες τη δυνατότητα να αναπτύσσονται σταδιακά, να δοκιμάζουν ιδέες και να δημιουργούν, χωρίς να εξαρτάται κάθε τους βήμα από την επόμενη χρηματοδότηση.

-Αλήθεια, παραστάσεις βλέπεις; Χαίρομαι πολύ που εξακολουθώ να μπορώ να βλέπω παραστάσεις ως θεατής. Αγαπώ τους καλλιτέχνες και μου αρέσει να πηγαίνω στο θέατρο με την προσμονή ότι θα ανακαλύψω κάτι. Όταν αρχίζει μια παράσταση, θέλω να αφήνομαι σε αυτήν. Το πρώτο μου κριτήριο είναι αν με παρασύρει, αν με συγκινεί, αν με κάνει να αισθανθώ κάτι. Η τεχνική ανάλυση έρχεται σε δεύτερο επίπεδο. Φυσικά, όταν κάτι δεν λειτουργεί, αρχίζω να παρατηρώ τι με ενοχλεί και γιατί. Αλλά με τον ίδιο τρόπο, όταν βλέπω κάτι πραγματικά καλό, ενθουσιάζομαι και μπορεί να ζηλέψω δημιουργικά αυτό που έχουν καταφέρει οι άλλοι. Δεν θέλω να χάσω αυτή την ιδιότητα του θεατή. Είναι σημαντικό για μένα να μπορώ να συγκινούμαι από μια παράσταση, χωρίς να την αντιμετωπίζω διαρκώς μέσα από τα τεχνικά εργαλεία της δικής μου δουλειάς.

–Σου λείπει η σκηνή ως χορευτή; Θα ήθελες να επιστρέψεις σε μια προσωπική χορευτική εμφάνιση; Ο χορός υπήρξε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου και έχω την τύχη να έχω ζήσει εξαιρετικές στιγμές πάνω στη σκηνή. Είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με σημαντικές ομάδες και να συμμετάσχω σε παραστάσεις που με διαμόρφωσαν καλλιτεχνικά. Δεν αισθάνομαι, όμως, ότι πρέπει οπωσδήποτε να επιστρέψω στη σκηνή ως χορευτής. Το σώμα αλλάζει, ο χρόνος περνά και η σχέση μας με τον χορό μεταμορφώνεται. Αυτό που με ενδιαφέρει σήμερα είναι να συνεχίσω να δημιουργώ και να παρακολουθώ τη δουλειά των άλλων. Αν προκύψει κάτι που θα με κάνει να θελήσω να χορέψω ξανά, θα το εξετάσω. Δεν αισθάνομαι ότι χρειάζεται να το κάνω για να αποδείξω κάτι.

DOWNTOWN, 1.11.2026