Σύντομη αναδρομή στα Όσκαρ εν καιρώ πολέμου, αναμένοντας την αποψινή, αμήχανη τελετή.
Η κραυγή του Μάικλ Μουρ
Έφτασε λοιπόν η μεγάλη βραδιά των Όσκαρ 2026. Είναι η στιγμή που το κόκκινο χαλί ξετυλίγεται διστακτικά από απρόθυμους υπαλλήλους του Dolby Theatre και οι διασημότητες ντύνονται για την περίσταση, με κάτι όχι ιδιαίτερα λαμπερό και προκλητικό. Είναι η ώρα που ο παρουσιαστής Κόναν Ο’ Μπράιαν επιστρέφει επί σκηνής προφέροντας ένα ηθελημένα πρόχειρο και κρύο ανέκδοτο.
Αυτή τη νύχτα, η αίθουσα είναι κάπως παγωμένη και ταυτόχρονα φορτισμένη από στρες. Όπως κάθε χρόνο, κάποιοι από τους παρευρισκόμενους αγωνιούν για το αποτέλεσμα των βραβεύσεων. Φέτος όμως, υπάρχει και κάποια άλλη, σχετικά πρωτόγνωρη αμηχανία. Έχεις την αίσθηση πως κάτι εξαιρετικά άβολο πρόκειται να συμβεί.
Όχι, δεν αναφέρομαι σε μια στιγμή παραφροσύνης, σαν το χαστούκι του Γουίλ Σμιθ στον Κρις Ροκ. Εννοώ κάτι σαν την παραλαβή του αγαλματίδιου από κάποιον αξύριστο, ευτραφή διοπτροφόρο ο οποίος στη συνέχεια θα αρπάξει το μικρόφωνο και θα βροντοφωνάξει: «Ντροπή σου, κύριε Μπους»! Γιατί, όπως και να το κάνουμε, αυτή η βραδιά δεν μπορεί παρά να θυμίζει την 23η Μαρτίου του 2003. Τότε, μονάχα τρεις μέρες πριν από την τελετή, ο Μπους ο νεότερος αποφάσιζε να εισβάλει στο Ιράκ, προκαλώντας τη μήνη του σκηνοθέτη Μάικλ Μουρ, πνευματικού ιδιοκτήτη εκείνης της αλησμόνητης ατάκας.
Οι κονκάρδες της διαμαρτυρίας
Βεβαίως, από το Ιράκ ως το Ιράν, έχουν μεσολαβήσει 23 χρόνια και μια σειρά από κοσμογονικές αλλαγές στη ζωή μας. Σήμερα, οι κραυγαλέοι αυθορμητισμοί του Μουρ μπορούν κάλλιστα να χωρέσουν στην απέραντη χωματερή ιδεών που λέγεται «κοινωνικά δίκτυα» αλλά όχι σε μια επίσημη τελετή. Όπως έδειξαν και οι βραβεύσεις που προηγήθηκαν, τα λόγια είναι πλέον πολύ πιο μετρημένα. Όσο για την πολιτική, αυτή είναι καλύτερα να περιορίζεται στις ταινίες (ιδιαίτερα τις ξενόγλωσσες) παρά να κυκλοφορεί σαν ταύρος εν υαλοπωλείω, απειλώντας να καταστρέψει την ωραία μας ατμόσφαιρα.
Έξω από την αίθουσα υπάρχει αρκετός χώρος για πλακάτ και διαμαρτυρίες με επίκεντρο τον εξελισσόμενο πόλεμο, ή τα περιστατικά ρατσιστικής βίας της αμερικανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής. Ήδη, η αντίδραση στις μεθόδους της ICE πήρε μορφή ενδυματολογικής χιονοστιβάδας στα Γκράμι, στις Χρυσές Σφαίρες και στα πρόσφατα Βραβεία των Ηθοποιών.
Εκεί, ευαισθητοποιημένες διασημότητες όπως οι Νάταλι Πόρτμαν, Ολίβια Γουάιλντ, Τζάστιν Μπίμπερ, Μπίλι Άιλις και Αριάνα Γκράντε τοποθέτησαν κονκάρδες «ICE OUT» και «BE GOOD» στα ωραία τους πέτα για τις ανάγκες κάθε φωτογράφισης. Φαντάζομαι πως οι λευκές κονκάρδες θα φορεθούν και στα αποψινά Όσκαρ, ως απαραίτητο αξεσουάρ της «αντίστασης».
Η «Ινδιάνα» Λίτλφεδερ και η «ομερτά» του Βιετνάμ
Οι άλλοι, οι παλαιάς κοπής επαναστάτες, θα θυμηθούν νοσταλγικά την όμορφη Σαχίν Λίτλφεδερ να αναγιγνώσκει μήνυμα εκ μέρους του βραβευθέντος Μάρλον Μπράντο, καταδικάζοντας τη συμπεριφορά της βιομηχανίας θεάματος απέναντι στους Ινδιάνους. Ήταν το 1973, έτος «Godfather» αλλά και πολέμου. Η Αμερική μετρούσε τις βιετναμέζικες πληγές της ενώ το Χόλυγουντ παρακολουθούσε βουβό και αμήχανο.

Δύο χρόνια μετά, κάτι πήγαν να ψελλίσουν για την ειρήνη οι ντοκιμαντερίστες του οσκαρικού «Hearts and Minds». Ωστόσο, ο Φρανκ Σινάτρα έσβησε έγκαιρα την πολιτική «φωτιά» επί σκηνής, ακολουθώντας οδηγίες της Ακαδημίας.
Ουσιαστικά έπρεπε να περάσει μία πενταετία για να σπάσει την «ομερτά» ο «Ελαφοκυνηγός» του Μάικλ Τσιμίνο. Στο μεταξύ, τα γιουχαΐσματα του ’73 και η περιθωριοποίηση της «ιθαγενούς» από το σύστημα, κράτησαν σχεδόν μισό αιώνα.
Όταν η συμπερίληψη έγινε σύνθημα, η Λίτλφεδερ δέχτηκε γράμμα απολογίας από την Ακαδημία. Εκείνη, ως 75χρονη ταλαιπωρημένη γιαγιά, μνημόνευσε εκ νέου την ινδιάνικη υπομονή της. Αλλά, με ένα κρυφό χαμόγελο. Γνώριζε, βλέπετε, το μυστικό: η αγαπημένη μας ηρωίδα δεν ήταν ακριβώς ινδιάνικης, αλλά μεξικανο-ισπανικής καταγωγής. Τουλάχιστον αυτό ομολόγησαν, λίγο μετά το θάνατό της, οι δύο αδελφές της.
Ιρανοί σκηνοθέτες και γύψινα αγαλματάκια
Επιστρέφοντας στο 2026 και στην αποψινή τελετή, συναντάμε όχι ένα, αλλά τρία ιρανικά ονόματα: τους σκηνοθέτες Τζαφάρ Παναχί, Σάρα Χάκι και Μοχαμαντρέζα Εϊνί. Όλοι τους θα αφιχθούν στο Dolby Theatre συναισθηματικά φορτισμένοι, έχοντας ολοκληρώσει δύο ταινίες- μαρτυρίες. Ο πρώτος, πολυβραβευμένος δημιουργός ενός αυτοβιογραφικού, ακτιβιστικού σινεμά, έβαλε τον Χρυσό Φοίνικα στις αποσκευές του με το συγκλονιστικό «It Was Just an Accident».

Οι δεύτεροι, απέσπασαν οσκαρική υποψηφιότητα για το ντοκιμαντέρ «Cutting Through Rocks», αφιερωμένο στην αντισυμβατική, μηχανόβια δήμαρχο Σάρα Σαβερντί.
Και οι δύο ταινίες συνεχίζουν τη ρεαλιστική, κοινωνική θεματική του σύγχρονου ιρανικού σινεμά. Δηλαδή, βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τους βρικόλακες, τους εξωγήινους και τους πιλότους των «Sinners», «Bugonia» και «F1» αντιστοίχως. Αλλά, σε μια βραδιά που εξακολουθούν να πέφτουν πύραυλοι και βόμβες εδώ στη γειτονιά μας, ας μη μιλήσουμε για μεγάλα αουτσάιντερ. Ας σταθούμε στον τίτλο του μεγάλου φαβορί («One Battle After Another») ο οποίος υπογραμμίζει ειρωνικά το πνεύμα της εποχής μας. Όντως, σήμερα είναι η «μια μάχη μετά την άλλη». Το ίδιο κι ο πόλεμος.
Σε αυτό το δυσοίωνο περιβάλλον, ας θυμηθούμε για λίγο τα γύψινα αγαλματάκια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνα, δηλαδή, που μοιράστηκαν στους βραβευθέντες του ’43, ’44 και ’45, λόγω έλλειψης μετάλλων. Και ας ευχηθούμε να μην τα ξαναδούμε ποτέ. Ας κρατήσουμε, καλύτερα, την ειρηνική λάμψη του χρυσού…
Ελεύθερα, 15.3.2026