Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη δοκιμάζεται από βαθιές μεταβολές και εντάσεις, ο πολιτισμός μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος αναστοχασμού, υποστηρίζει ο Lars Ebert, γενικός γραμματέας της Culture Action Europe, του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού δικτύου πολιτιστικών οργανισμών. Με αφορμή το συνέδριο για το «Ask, Pay, Trust» που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο, μας μιλά για την κληρονομιά που οφείλει να αφήσει το Λάρνακα 2030, τον ρόλο του πολιτισμού στην αυξανόμενη πόλωση και την καλλιτεχνική ελευθερία ως δείκτη δημοκρατίας.

Έχετε δηλώσει ότι «βρισκόμαστε συνεχώς στη θέση να πρέπει να δικαιολογούμε την ύπαρξή μας». Γιατί ο πολιτιστικός τομέας καλείται διαρκώς να αποδεικνύει την αξία του; Επειδή εξακολουθεί να υπάρχει μια επίμονη έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στις πολιτιστικές διαδικασίες. Αναμένεται από εμάς να εξηγήσουμε εκ των προτέρων πού πηγαίνουμε, ποια αποτελέσματα θα παράξουμε και με ποιον τρόπο θα μετρηθεί ο αντίκτυπός μας. Ωστόσο, ο πολιτισμός δεν λειτουργεί πάντοτε με γραμμικό ή προβλέψιμο τρόπο. Οι καλλιτεχνικές διαδικασίες έχουν αξία ακριβώς επειδή είναι ελεύθερες και ικανές να παράγουν απρόσμενες μορφές γνώσης, νοήματος και κοινωνικής σύνδεσης. Συχνά αναμένεται από τον πολιτισμό να αποδείξει την αξία του μέσω της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής συνοχής, της καινοτομίας ή της ασφάλειας. Παρότι συμβάλλει ουσιαστικά σε όλους αυτούς τους τομείς, η αξία του δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτούς. Και το βαθύτερο ερώτημα είναι γιατί δεν ζητούμε από άλλους δημοκρατικούς θεσμούς να δικαιολογούν την ύπαρξή τους με τον ίδιο τρόπο. Ο πολιτισμός θα έπρεπε να υποστηρίζεται ως δημόσιο αγαθό καθαυτό, όχι μόνο όταν μπορεί να αποδείξει μετρήσιμα οφέλη σε άλλους τομείς.

Συχνά μιλάτε για την «πολιτιστική δημοκρατία». Πώς μεταφράζεται αυτή η έννοια σε συγκεκριμένες πολιτικές και πρακτικές; Η πολιτιστική δημοκρατία γίνεται πραγματικότητα όταν αλλάζει ο τρόπος λήψης αποφάσεων, κατανομής των πόρων και σύνδεσης των πολιτιστικών οργανισμών με τις κοινότητες που τους περιβάλλουν. Για πολλές δεκαετίες, η πολιτιστική πολιτική στην Ευρώπη επικεντρωνόταν σε αυτό που ονομαζόταν «εκδημοκρατισμός του πολιτισμού», δηλαδή στη διάδοση καθιερωμένων πολιτιστικών θεσμών και καλλιτεχνικών έργων σε ευρύτερα κοινά. Αυτό εξακολουθεί να είναι σημαντικό. Η πολιτιστική δημοκρατία, όμως, θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τι είναι πολιτισμός; Η μετατροπή της πολιτιστικής δημοκρατίας σε πολιτική πράξη σημαίνει τη δημιουργία δομών μέσα στις οποίες οι πολίτες, οι κοινότητες, οι καλλιτέχνες και οι πολιτιστικοί οργανισμοί δεν είναι απλοί θεατές ή αποδέκτες υπηρεσιών, αλλά ενεργοί συμμετέχοντες στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ζωής.

Πώς θα κριθεί η επιτυχία του Culture Compass; Τι θεωρείτε ότι λείπει από αυτό; Το Culture Compass αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, επειδή δίνει στον πολιτισμό μια ισχυρότερη θέση στον ευρωπαϊκό διάλογο. Αυτό που το καθιστά ιδιαίτερα πολύτιμο είναι ότι συνδιαμορφώθηκε με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ανάμεσά τους και η Culture Action Europe, δημιουργώντας έτσι ένα αίσθημα κοινής ευθύνης. Η πυξίδα δείχνει την κατεύθυνση, το ερώτημα όμως είναι τι μας επιτρέπει να κινηθούμε προς αυτήν. Για μένα, τρία στοιχεία είναι καθοριστικά. Oι επενδύσεις, η εφαρμογή και η αξιοποίηση αυτής της δυναμικής μέσω ενός τακτικού, ουσιαστικού και θεσμοθετημένου διαλόγου. Τι εξακολουθεί να λείπει; Η μακροπρόθεσμη προοπτική. Το Compass κοιτάζει προς τα επόμενα χρόνια, όμως θα έπρεπε ήδη να συζητούμε ποιος θα είναι ο ρόλος του πολιτισμού στην Ευρώπη μετά το 2029 και κατά πόσο οι σημερινές ευρωπαϊκές αρμοδιότητες στον τομέα του πολιτισμού ανταποκρίνονται στις ολοένα αυξανόμενες προσδοκίες. Μια πυξίδα έχει αξία μόνο αν αρχίσουμε να περπατάμε. Και το επόμενο βήμα είναι να μετατρέψουμε ένα κοινό όραμα σε κοινή δράση.

Γιατί θεωρείτε η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό είναι ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα; Για το γεγονός ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιές μεταβολές και εντάσεις: δημοκρατική οπισθοδρόμηση, γεωπολιτική αστάθεια, κλιματική μετάβαση, μετανάστευση, τεχνολογικές ανατροπές και αυξανόμενη κοινωνική πόλωση. Σε τέτοιες περιόδους, οι κοινωνίες χρειάζονται χώρους όπου μπορούν να αναστοχαστούν ποιοι είναι, ποιες αξίες πρεσβεύουν και ποιο μέλλον επιθυμούν να οικοδομήσουν από κοινού. Όταν μιλώ για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όμως, δεν εννοώ ότι η Ευρώπη θα πρέπει να ορίσει μια ομοιόμορφη ταυτότητα. Ακριβώς το αντίθετο. Και το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ευρωπαϊκός πολιτισμός. Υπάρχει ήδη. Ο πολιτιστικός πλούτος της Ευρώπης προκύπτει από την ποικιλομορφία των γλωσσών, των ιστοριών, των παραδόσεων και των τοπικών της συμφραζομένων. Σε μια εποχή κατά την οποία πολλές δυνάμεις επιχειρούν να περιορίσουν τον πολιτισμό είτε σε εθνικές αφηγήσεις είτε στη λογική της αγοράς, η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να δείξει κάτι διαφορετικό: ότι η διαφορετικότητα και η συνεργασία δεν είναι αντίθετες έννοιες, αλλά αλληλοενισχυόμενες αρχές.

Η Κύπρος είναι μια μικρή χώρα με μακρά εμπειρία διαίρεσης, αλλά και συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών. Τι μπορεί να προσφέρει στην ευρωπαϊκή συζήτηση; Έχει πολλά να προσφέρει ακριβώς επειδή ενσαρκώνει ορισμένες από τις εντάσεις με τις οποίες βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη η Ευρώπη. Πολύ συχνά οι ευρωπαϊκές συζητήσεις γύρω από την ταυτότητα ξεκινούν από την παραδοχή ότι η ταυτότητα είναι κάτι σταθερό, το οποίο είτε κατέχουμε είτε καλούμαστε να υπερασπιστούμε. Ωστόσο, θεωρώ ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα, στην καλύτερη εκδοχή του, υπήρξε πάντοτε κάτι διαφορετικό. Αφορά τη συμμετοχή σε μια κοινή διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης. Γι’ αυτό βρίσκω τόσο ελκυστική την ιδέα μιας «Ευρώπης που διαρκώς γίνεται», όπως εκφράζεται μέσα από τη Σύμβαση του Φάρο και την έμφαση που δίνει στις κοινότητες πολιτιστικής κληρονομιάς και στη δημοκρατική συμμετοχή. Η Κύπρος ίσως κατανοεί αυτή την πραγματικότητα καλύτερα από πολλές άλλες περιοχές της Ευρώπης. Έχει βιώσει τη διαίρεση, τη σύγκρουση και τις ανταγωνιστικές αφηγήσεις, αλλά έχει επίσης γνωρίσει τη συνύπαρξη, την ανταλλαγή και την καθημερινή εμπειρία της συμβίωσης με τη διαφορετικότητα. Με αυτή την έννοια, η Κύπρος μάς υπενθυμίζει ότι ο πολιτιστικός διάλογος είναι η διαδικασία μέσα από την οποία οι κοινωνίες προχωρούν μπροστά και ότι η συνύπαρξη είναι η ικανότητα να οικοδομούμε κάτι μαζί παρά τις διαφορές. Σε μια εποχή αυξανόμενης πόλωσης, αυτό ίσως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που μπορεί να διδαχθεί η Ευρώπη.

Ποιο είναι το σημαντικότερο μέτρο που μπορούν να λάβουν σήμερα οι κυβερνήσεις για να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας των επαγγελματιών του πολιτισμού; Αν έπρεπε να επιλέξω ένα μόνο μέτρο, αυτό θα ήταν να διασφαλιστεί ότι όλοι θα έχουν πρόσβαση σε επαρκή κοινωνική προστασία, ανεξάρτητα από το πώς εργάζονται. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του τομέα είναι ότι πολλοί άνθρωποι μετακινούνται διαρκώς μεταξύ μισθωτής εργασίας, αυτοαπασχόλησης, εργασίας ανά έργο, διδασκαλίας, αναθέσεων και περιόδων καλλιτεχνικής έρευνας ή δημιουργίας. Ωστόσο, τα συστήματα κοινωνικής προστασίας εξακολουθούν συχνά να είναι σχεδιασμένα με βάση πιο παραδοσιακές μορφές απασχόλησης. Ως αποτέλεσμα, βιώνουν ανασφάλεια όχι επειδή δεν εργάζονται, αλλά επειδή τα συστήματα γύρω τους αδυνατούν να αναγνωρίσουν τις ιδιαιτερότητες της πολιτιστικής εργασίας. Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας ξεκινά, επομένως, από την αναγνώριση της πολιτιστικής εργασίας ως εργασίας. Αυτό σημαίνει διασφάλιση πρόσβασης στην κοινωνική ασφάλιση, την υγειονομική περίθαλψη, τις συντάξεις, την προστασία από την ανεργία και τα δικαιώματα κινητικότητας, ανεξαρτήτως εργασιακού καθεστώτος και πέρα από τα εθνικά σύνορα. Προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η δημιουργία ενός πλαισίου που να επιτρέπει στους καλλιτέχνες και τους επαγγελματίες του πολιτισμού να χτίζουν βιώσιμες σταδιοδρομίες ανεξάρτητα από τη μορφή της απασχόλησής τους. Η πραγματικότητα της πολιτιστικής εργασίας δεν χωρά εύκολα στις παραδοσιακές κατηγορίες της αγοράς εργασίας και οι πολιτικές μας πρέπει να το αναγνωρίσουν.

Ποια ήταν τα συμπεράσματα του συνεδρίου «Ask, Pay, Trust» στην Κύπρο; Ο τίτλος «Ask, Pay, Trust» προέρχεται από μία από τις πιο πρόσφατες εκστρατείες διεκδίκησης της Culture Action Europe. Οι τρεις αυτές λέξεις συνοψίζουν μια απλή ιδέα: αν η κοινωνία ζητά από τον πολιτισμό να συμβάλει στη δημοκρατία, την ευημερία, την καινοτομία ή την κοινωνική συνοχή, τότε πρέπει επίσης να είναι διατεθειμένη να τον χρηματοδοτήσει επαρκώς και να εμπιστευθεί τον τομέα να επιτελέσει αυτή την αποστολή με τους δικούς του όρους. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν το γεγονός ότι ενέπνευσε τους ανθρώπους να συμμετάσχουν σε μια συλλογική διαδικασία αυτοκριτικής. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην κατανόηση των ιδιαίτερων αναγκών, των δυνατοτήτων και των προκλήσεων του κυπριακού πολιτιστικού οικοσυστήματος, καθώς και στο ερώτημα για το μέλλον που επιθυμεί να οικοδομήσει ο ίδιος ο τομέας. Το σημαντικότερο συμπέρασμα ήταν η αναγνώριση ότι ένας ισχυρός πολιτιστικός τομέας χρειάζεται μια δομημένη συζήτηση, ώστε να εξελιχθεί σε έναν αξιόπιστο συνομιλητή των πολιτικών φορέων για τη διαμόρφωση δημόσιας πολιτικής.

Ποιος είναι ο ρόλος πρωτοβουλιών όπως το «Ask, Pay, Trust» για το Λάρνακα 2030; Θεωρώ σημαντική τη σύνδεσή τους γιατί οι Ευρωπαϊκές Πολιτιστικές Πρωτεύουσες συχνά αξιολογούνται με βάση όσα παραδίδουν σε μια συγκεκριμένη χρονιά. Η πραγματική τους αξία, όμως, βρίσκεται στις συζητήσεις, τις συνεργασίες και τις δυνατότητες που δημιουργούν σε βάθος χρόνου. Πιστεύω βαθιά στην αποστολή του Λάρνακα 2030 και στις δυνατότητές του να προσφέρει ένα μακροπρόθεσμο πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πολιτιστικός τομέας θα μπορεί να συναντιέται τακτικά, να ανταλλάσσει απόψεις και να διαμορφώνει κοινές φιλοδοξίες. Χαίρομαι ιδιαίτερα που το Culture Action Europe, μαζί με άλλα ευρωπαϊκά δίκτυα και το D6EU, συμμετέχουν στον φάκελο υποψηφιότητας, με μια ετήσια διοργάνωση της οποίας το «Ask, Pay, Trust» αποτέλεσε την πρώτη ενέργεια. Αυτό που με κάνει αισιόδοξο είναι ότι όλα τα απαραίτητα συστατικά φαίνεται να υπάρχουν ήδη. Το «Λάρνακα 2030» έχει μακροπρόθεσμο προσανατολισμό. Η Culture Action Europe θα παραμείνει εταίρος σε αυτή τη συζήτηση και είναι έτοιμη να στηρίξει τη δημιουργία τοπικών δομών εκπροσώπησης. Το Υφυπουργείο έχει επίσης δείξει διάθεση συμμετοχής. Αν αυτή η δέσμευση συνεχιστεί, πιστεύω ότι το συνέδριο θα μείνει στη μνήμη ως η αρχή ενός διαρκούς και ουσιαστικού διαλόγου. Αυτό μπορεί τελικά να οδηγήσει στη σημαντικότερη κληρονομιά του.

Πώς μπορεί μια Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα να αφήσει μια διαρκή κληρονομιά για τους ανθρώπους του πολιτισμού και για την ίδια την πόλη; Η πιο ουσιαστική της κληρονομιά είναι όταν ενισχύει το ίδιο το πολιτιστικό οικοσύστημα. Θα θεωρούσα επιτυχία αν, μέχρι το 2030, ο πολιτιστικός τομέας στην Κύπρο είναι πιο συνδεδεμένος, πιο οργανωμένος και πιο σίγουρος για τον εαυτό του από ό,τι είναι σήμερα. Αν οι επαγγελματίες του πολιτισμού έχουν αναπτύξει ισχυρότερους μηχανισμούς συνεργασίας και διαλόγου, αν διαθέτουν πιο ουσιαστική φωνή στη χάραξη πολιτικής και αν η ίδια η πολιτιστική πολιτική έχει γίνει πιο στρατηγική και συμμετοχική, τότε ο αντίκτυπος θα ξεπεράσει κατά πολύ τη διάρκεια ενός μόνο έτους τίτλου. Για την πόλη, κληρονομιά σημαίνει ενίσχυση της ικανότητάς της να λειτουργεί ως πολιτιστικό σημείο συνάντησης. Η Λάρνακα έχει μια μοναδική ευκαιρία να τοποθετηθεί ως τόπος όπου οι τοπικές εμπειρίες συνδέονται με ευρύτερες ευρωπαϊκές συζητήσεις. Αν καταφέρει να συνεχίσει να προσφέρει χώρους ανταλλαγής, πειραματισμού και συνεργασίας και μετά το 2030, τότε ο τίτλος θα έχει επιτύχει κάτι πραγματικά διαχρονικό.

Θεωρείτε ότι η Ευρώπη υποτιμά τη σημασία του πολιτισμού ως παράγοντα κοινωνικής ανθεκτικότητας; Τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στη στρατιωτική ασφάλεια, την ενεργειακή ασφάλεια, την κυβερνοασφάλεια και την οικονομική ασφάλεια. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αφορά και την προστασία του κοινωνικού ιστού που επιτρέπει στις κοινωνίες να αντέχουν τις κρίσεις, να αντιστέκονται στη χειραγώγηση και να δρουν συλλογικά σε περιόδους αβεβαιότητας. Με ανησυχεί που ότι ο πολιτισμός απουσιάζει συχνά από τις συζητήσεις για την ανθεκτικότητα, παρότι οι αντίπαλοι της Ευρώπης αναγνωρίζουν ξεκάθαρα τη σημασία του. Τα αυταρχικά καθεστώτα δεν θεωρούν τον πολιτισμό πολυτέλεια ή δευτερεύον τομέα πολιτικής. Τον αντιλαμβάνονται ως πηγή ισχύος. Επενδύουν σε αφηγήσεις, σύμβολα, μνήμη, ταυτότητα και πολιτιστική επιρροή επειδή γνωρίζουν ότι η κοινωνική συνοχή εξαρτάται τελικά από αυτά τα στοιχεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πολιτισμός πρέπει να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής ασφάλειας ή σε μηχανισμό αντιπροπαγάνδας. Αντιθέτως, θα ήμουν ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι σε μια τέτοια προσέγγιση. Αυτό που μπορεί να προσφέρει ο πολιτισμός είναι να ενισχύσει την εμπιστοσύνη, να δυναμώσει τις κοινότητες, να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη, να δημιουργήσει ευκαιρίες συνάντησης ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους και να ενθαρρύνει τη συμμετοχή σε μια κοινή δημοκρατική συζήτηση.

Οι καλλιτέχνες έχουν ευθύνη να λαμβάνουν σαφή θέση απέναντι σε συγκρούσεις; Ο ρόλος του πολιτισμού δεν είναι να παίρνει θέση με τη στενή έννοια του όρου. Μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της τέχνης είναι η ικανότητά της να διατηρεί την αμφισημία. Οι καλλιτέχνες και οι πολιτιστικοί οργανισμοί βοηθούν τις κοινωνίες να αντιστέκονται στις εύκολες απαντήσεις και να παραμένουν ανοιχτές στην πολυπλοκότητα, την αντίφαση και την αβεβαιότητα. Αυτό από μόνο του αποτελεί δημόσιο αγαθό. Ταυτόχρονα, η αμφισημία δεν σημαίνει απουσία αξιών. Οι πολιτιστικοί θεσμοί και η πολιτιστική πολιτική εδράζονται σε αξίες που αποτελούν θεμέλιο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την ισότητα, το κράτος δικαίου, τον πλουραλισμό και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό που μας υπενθυμίζει η σημερινή συγκυρία είναι ότι η κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η καταστροφική ανθρώπινη οδύνη στη Γάζα και η ευρύτερη αστάθεια που παρατηρούμε σε διάφορες περιοχές του κόσμου φέρνουν τους Ευρωπαίους αντιμέτωπους με δύσκολα ερωτήματα γύρω από την αλληλεγγύη, την ταυτότητα, την ασφάλεια και τη σχέση μας με τους άλλους. Αυτά τα ζητήματα εκτός από πολιτικά ή στρατιωτικά είναι και βαθιά πολιτιστικά.

Βλέπετε να αυξάνονται οι πιέσεις απέναντι στην καλλιτεχνική ελευθερία στην Ευρώπη; Σε ολόκληρη την Ευρώπη παρατηρούμε αυξανόμενες πολιτικές παρεμβάσεις στους πολιτιστικούς θεσμούς, πιέσεις στον προγραμματισμό, πολιτικοποίηση της χρηματοδότησης, επιθέσεις στην αυτονομία των οργανισμών, διαδικτυακή παρενόχληση και αυξανόμενη αυτολογοκρισία. Πολλοί καλλιτέχνες και οργανισμοί δεν αναρωτιούνται πλέον «μπορώ να το πω;», αλλά «μπορώ να αντέξω το κόστος αν το πω;». Και αυτό από μόνο του συνιστά περιορισμό της ελευθερίας. Όταν οι άνθρωποι ακούν τον όρο «καλλιτεχνική ελευθερία», συχνά σκέφτονται τη λογοκρισία: ένα έργο που απαγορεύεται, μια έκθεση που κλείνει ή έναν καλλιτέχνη που εμποδίζεται να μιλήσει. Αυτά εξακολουθούν να συμβαίνουν και παραμένουν ανησυχητικά. Όλο και συχνότερα όμως οι πιέσεις είναι πιο διακριτικές και συστημικές. Εμφανίζονται σε πολύ διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα και αντανακλούν μια ευρύτερη διάβρωση της δημοκρατικής κουλτούρας και μια αυξανόμενη δυσανεξία απέναντι στην αμφισημία, τη διαφωνία και την πολυπλοκότητα. Η κατάσταση της καλλιτεχνικής ελευθερίας είναι και δείκτης της υγείας της ίδιας της δημοκρατίας. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πόλωση, παραπληροφόρηση και συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, η ελευθερία του καλλιτέχνη και η ελευθερία του πολίτη συναντώνται. Η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη. Η προστασία της καλλιτεχνικής ελευθερίας σημαίνει τελικά την προστασία του δικαιώματος όλων μας να φανταζόμαστε, να αμφισβητούμε και να δημιουργούμε το μέλλον στο οποίο θέλουμε να ζήσουμε.

Ελεύθερα, 21.06.2026