Άντε τώρα! Μηχανικό πρόβλημα στο αυτοκίνητο! Κι έπρεπε την Κυριακή να πάω στη Δερύνεια για την ετήσια συνάντηση-συνεστίαση των εκτοπισμένων Κατωδερυνειωτών. Των παιδικών μου φίλων, δηλαδή. Το υπεραστικό λεωφορείο της γραμμής Λευκωσία – Παραλίμνι, ήταν βέβαια η λύση.

Οκτώμισι το πρωί, η πρώτη διαδρομή. Πέρασε χωρίς να σταματήσει, αφού ήταν ήδη γεμάτο με έφηβους μαθητές/μαθήτριες γυμνασίων και λυκείων που πήγαιναν θάλασσα στην Αγία Νάπα και στον Πρωταρά. Γεμάτα ήταν και τα επόμενα, των εννιάμισι, των δέκα και  των δεκάμισι. Βρήκα θέση στο λεωφορείο των εντεκάμισι. Σκεφτείτε, τρεις ώρες στη στάση, με τα λεωφορεία να περνούν και να σε αφήνουν πίσω…Κι εσύ να αγχώνεσαι και να αδημονείς…για να πας πού; Εκεί που ο χρόνος σταμάτησε πριν μισό αιώνα και όλα είναι καθηλωμένα στην ακινησία της εγκατάλειψης.

Το κέφι μου έφτιαξε κάπως, μέσα στο χαρούμενο πανδαιμόνιο των μικρών συνεπιβατών μου, ανυποψίαστων και αδιάφορων βέβαια, για το δικό μου δράμα. Σκέφτηκα ότι ήμουν στην ηλικία τους, όταν έφυγα αναγκαστικά, τον Αύγουστο 1974, από την Κάτω Δερύνεια…Έχασα το πρώτο και το δεύτερο μέρος της εκδήλωσης, πρόλαβα το τρίτο. Στο τέλος, μια παρέα πεντέξι ατόμων, περάσαμε το οδόφραγμα της Δερύνειας και περπατήσαμε δίπλα στο αγκαθωτό σύρμα του τουρκικού στρατού και από τις δύο πλευρές του δρόμου.

Παρατηρήσαμε με πόνο, για άλλη μια φορά, τα ερειπωμένα σπίτια μας. Τα συντρίμμια της παιδικής μας ζωής και της εφηβείας μας. Ένας από τους φίλους, με μετέφερε ύστερα με το δικό του αυτοκίνητο, στη στάση του λεωφορείου στο Παραλίμνι. Έπρεπε να επιστρέψω στη Λευκωσία. Να επιστρέψω; Χμ! Το θέμα είναι ότι μετά από εκείνο το καλοκαίρι, ποτέ δεν επιστρέφω κάπου. Μάλλον φεύγω συνεχώς από κάπου…