Είχα αρχίσει να γράφω κάποιες σημειώσεις για το θέμα της ημέρας, όταν είδα από το παράθυρο τον τύπο που μένει στη διπλανή πολυκατοικία να μπαίνει στο αυτοκίνητο του. Ευγενικός, χαμηλών τόνων, ανταλλάξαμε πρόσφατα κάποιες καλημέρες και κάποιες καλησπέρες. Μόλις προχθές συναντηθήκαμε κάτω στο δρόμο και μου είπε ότι είχε μετακομίσει στη γειτονιά πριν δυο μήνες.

«Τι λες θα μας ξεπουλήσουν οι πολιτικοί ρε φίλε;» έσπευσε να προσθέσει. Δεν ξέρω σε ποιους πολιτικούς αναφερόταν και κατά πόσο αναφερόταν σε όλους – τους κυβερνώντες, τους αντιπολιτευόμενους και τους ανάμεσα. Δεν ξέρω αν περίμενε ότι θα συμφωνούσα μαζί του και θα του έλεγα «ναι τους μαλάκες θα μας ξεπουλήσουν». Εντάξει αν του το έλεγα αυτό, θα προέκυπτε μια μεγαλύτερη εξοικείωση μεταξύ μας, αν αυτό ήταν που επιδίωκε μέσα από τη συναντίληψη μας που θεωρούσε δεδομένη για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ίσως όμως να ήθελε απλώς επιβεβαίωση της δικής του άποψης, η οποία όμως δεν ήρθε ποτέ…

Χαμογέλασα και του απάντησα με φιλικότητα και σε ένα τόνο μεταξύ σοβαρού και αστείου για να μην το πάρει ως προσωπική επίθεση εναντίον του, ότι πολλοί σήμερα χρησιμοποιούν βαριές κουβέντες χωρίς να προσέχουν τις λέξεις τους… Το πρόσωπο του πάγωσε, όμως συνήλθε γρήγορα και προσπάθησε να υπερβεί την αμηχανία του ψελλίζοντας κάποιες κουβέντες που προφανώς δεν είχαν καμιά σημασία για εκείνον.

Σκέφτηκα ότι μπορεί και να με πήρε για κανένα ξερόλα που κουνά το δάκτυλο στους άλλους, όμως  θα ήταν καλό ν’ αρχίσουμε να κάνουμε πολιτικές συζητήσεις όχι με όρους των παλιών δεκαετιών της αυτοκαταστροφής μας, όχι με όρους της λαϊκής αγοράς, των πουλημάτων και των ξεπουλημάτων – κι αυτό το λέω χωρίς να υποτιμώ καθόλου τους σκληρά εργαζόμενους στους χώρους αυτούς.

Σκέφτηκα βέβαια κατά πόσο αυτός είναι ένας καλός τρόπος για ν’ αρχίσει κανείς μια σχέση καλής γειτονίας, είμαι όμως σίγουρος ότι αυτός είναι ένας καλός τρόπος για ν’ αρχίσει κανείς μια σχέση καλής επικοινωνίας.