Να έχει την υποχρέωση κάθε μέρα, ακόμα και Σαββατοκύριακα, να γράφει μια στήλη στην πιο ιστορική εφημερίδα της Κύπρου. Και μάλιστα μη ευρισκόμενος εκεί, πάρα μόνο σε κάποιες γιορτές, όπου οι παραστάσεις του είναι ό,τι βλέπει από τον παραλιακό δρόμο της Λεμεσού, ό,τι αποκομίζω από καλούς μου φίλους. Για την καθημερινότητά τους.
Βασικά τη δουλειά τους. Και, πιο βασικά, το που θα φάμε; Μα εκεί που τρώμε πάντα.
«Δεν σου αρέσει;».
«Πως; Αλλοίμονο». Σταθερή αξία. Δεν αλλάζει τίποτα.
Με ρωτούν, όταν τηλεφωνώ για να κλείσω: Θέλεις το ίδιο τραπέζι που είχες την προηγούμενη φορά;
Δεν θυμάμαι πού κάθισα την προηγούμενη φορά. Ο αλγόριθμός μου δεν στέκεται σ’ αυτά.
Άλλοι, όμως, έχουν αγκαζέ το ίδιο τραπέζι ολόχρονα. Προσέχω, μάλιστα, πως δεν παραγγέλουν τι θα φάνε, έρχεται … κατά γράμμα! Εκτός κι αν τους εκπλήξει ο ιδιοκτήτης με κάτι «εκτός γραμμής».
«Έχω και στρουθούθκια σήμερα».
Δεν μίλησα. Θεώρησα δεδομένο ότι μπορεί να είναι η εποχή των στρούθων, κυπριακή ονομασία για τα σπουργίτια.Τα τρώνε και αυτά, τα αθώα πουλάκια οι «βάρβαροι», απορώ έκπληκτος.
Λες να είναι και αυτά σαν τα αμπελοπούλια; Που απαγορεύεται να τα τρως, είναι προστατευόμενο είδος. Σιγά! Τη μία και μοναδική φορά που με πήγαν οι φίλοι, η εμπειρία με τσάκισε.
Τα κατέβαζαν με μια χαψιά, και μου έλεγαν και «άκου», όταν τα έβαζαν στο στόμα. Τι ν’ ακούσω ρε λεβέντες;
Την γλυκιά μελωδία «κρακ-κράκ» καθώς μασάμε και τα κοκαλάκια τους.
Άλλαξα θέμα, δεν μ’ έπαιρνε. Φαίνεται πως το δικό μου, αφρικανικό DNA, δεν ανταποκρίνεται σε … λεπτές γεύσεις.
Είχαμε μείνει στα «στρουθούθκια», που τελικά έμαθα από το ΑΙ μου, ότι δεν είναι συγγενείς με τα σπουργίτια, αλλά «μικρά αποδημητικά πτηνά (κυρίως συκαλλίδες) που κάνουν στάση στην Κύπρο το φθινόπωρο, αποτελώντας παραδοσιακό, αλλά παράνομο και αυστηρά προστατευόμενο έδεσμα. Θεωρούνται εκλεκτός μεζές, συνήθως ξιδάτα ή βραστά, με τη λαθροθηρία τους μέσω διχτύων και ξόβεργων να προκαλεί έντονες περιβαλλοντικές αντιδράσεις.».
Αρκετά, όμως, για τα λαϊκά γκουρμέ της Κύπρου. Έχω άλλη αποστολή προς τα τέλη του καλοκαιριού, μάλλον Σεπτέμβρη. Ένα δημοσιογραφικό οδοιπορικό στο κατεχόμενο κομμάτι του νησιού μας. Και μάλιστα στα ίδια μέρη που επισκέφτηκα προς τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Ένα οδοιπορικό για την Παγκόσμια Υπηρεσία του BBC, Όταν ο τότε διευθυντής μου, Μπένι Αμάρ, μου είπε: «Ξέρεις τη δουλειά. Να πας στο καλό, θα έχεις και άριστη τεχνική υποστήριξη εκεί. Αλλά, θέλω να αφήσεις την καρδιά σου εδώ, στο Λονδίνο!»
Ήταν από τις καλύτερες συμβουλές που πήρα από άνθρωπο πολύ ψηλά στο επάγγελμα. Και νομίζω ότι αναμεταδόθηκαν τα ρεπορτάζ εκείνα σε οκτώ, αν θυμάμαι καλά, επεισόδια.
Όσο έφεγγε το φως στα κατεχόμενα εδάφη μας, το ίδιο φως και στα δικά μας μέρη στον νότο, μάζευα συνεντεύξεις από Ντενκτάς και Ακκιντζί, αξιωματούχους της δύναμης του ΟΗΕ, δημάρχους, καθηγητές πανεπιστημίου, απλούς ανθρώπους.
Όταν ερχόταν η νύχτα και έσβηνα το φως σ’ ένα δωμάτιο στη Κερύνεια που μου είχαν κλείσει από το Λονδίνο, έγραφα και απομαγνητοφωνούσα κλαίγοντας, ως το πρωί, που η κα. Τζεμέλ μου κτυπούσε τη πόρτα και με άφηνε τον καφέ μου.
«Τούρκικο, κυρία Τζεμέλ;»
«Κυπριακό, παλληκάρι μου…»