Οι βουλευτικές εκλογές τελείωσαν. Σίγησαν τα τηλεοπτικά πάνελ με τους λαλίστατους υποψήφιους, που επί βδομάδες δοκίμαζαν τις αντοχές αλλά και την ευπιστία ενός ταλαιπωρημένου εκλογικού σώματος. Από σήμερα, το κοντέρ αρχίζει να γράφει τα πολιτικά χιλιόμετρα κάθε βουλευτή.

Σε ολόκληρη την προεκλογική εκστρατεία, τα κόμματα πόνταραν στο καθολικό αίσθημα αβεβαιότητας και ανασφάλειας της κοινωνίας, εστιάζοντας σε όσα πληγώνουν την καθημερινότητα των πολιτών: ακρίβεια, στεγαστικό, κοινωνική πολιτική, πάταξη της διαφθοράς – δουλειές για όλους, λεφτά για όλους, ευκαιρίες για όλους.

Τα πολιτικά κόμματα, όμως, έχουν δύο ακροατήρια. Το ένα είναι οι πολίτες· όλοι εμείς που αποτελέσαμε την «ομάδα στόχου» της πολιτικής διαφήμισης και της προεκλογικής συγκέντρωσης. Για εμάς προορίζονταν τα σλόγκαν και τα βιντεάκια στα social media, τα τηλεοπτικά πάνελ με τα δακρύβρεχτα λογύδρια για τους πολίτες «που δεν αντέχουν άλλο» και που επιτέλους θα έχουν «κάποιον να σταθεί δίπλα τους».

Υπάρχει, όμως, κι ένα δεύτερο ακροατήριο. Σιωπηρά παρόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Είναι οι διαχρονικοί υποστηρικτές του συστήματος, τα μεγάλα συμφέροντα που λειτουργούν ως παρεμβατικοί μηχανισμοί εξυπηρέτησης και που δεν ιεραρχούν πάντοτε ως προτεραιότητα το «καλώς νοούμενο συμφέρον» του τόπου ή το δικό μας.

Είναι τα οργανωμένα δίκτυα εξουσίας, τα γνωστά μικρά βασίλεια που συνήθως παρουσιάζονται ως «πυλώνες της οικονομίας» και επηρεάζουν αποφάσεις και νομοθεσίες εδώ και δεκαετίες. Αυτοί δεν ενδιαφέρονται για συνθήματα. Χρειάζονται διαβεβαιώσεις.

Και μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες για τους νέους βουλευτές θα είναι να καταφέρουν να αντισταθούν σε αυτή την παγιωμένη πελατειακή σχέση, η οποία θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη για πολλές από τις προεκλογικές τους εξαγγελίες. Και το θέμα δεν είναι ιδεολογικό. Το σιωπηρό ακροατήριο που στηρίζει το σύστημα μέσα στο οποίο ευημερούν τα κόμματα έχει προσβάσεις και στα δεξιά και στα αριστερά και στο κέντρο.

Όλοι οι υποψήφιοι υπερασπίστηκαν με σθένος το «δικαίωμα στην προσιτή στέγη». Τι θα συμβεί, όμως, όταν αυτό το δικαίωμα συγκρουστεί με την κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων; Όταν οι «αξιοπρεπείς μισθοί» σκοντάψουν στην απαίτηση του μεγαλοεργοδότη για περισσότερους φτηνούς εργαζόμενους από τρίτες χώρες, πιέζοντας προς τα κάτω τους μισθούς για όλους; Όταν οι μεταρρυθμίσεις αναμετρηθούν με τους κέρβερους που φυλάνε το κρατικό μισθολόγιο και τα υπεροφελήματα κρατικών αξιωματούχων;

Ακούσαμε άπειρες εξαγγελίες για «ανθρωποκεντρικές πόλεις» και «πράσινη ανάπτυξη» αλλά το σημαντικό είναι να δούμε ποιοι από όλους αυτούς θα πουν «όχι» στον επόμενο μεγάλο επενδυτή που θα τους χτυπήσει την πόρτα με πολεοδομικές απαιτήσεις και ένα αναπτυξιακό πλάνο που θα αφήσει πίσω του περισσότερο τσιμέντο και ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα.

Και αν οι βουλευτές οφείλουν να θυμούνται τις υποσχέσεις τους, οι πολίτες οφείλουν να θυμούνται ποιοι τις υπερασπίστηκαν, ποιοι τις εγκατέλειψαν και ποιοι τελικά υπηρέτησαν άλλες προτεραιότητες πίσω από κλειστές πόρτες. Γιατί το δύσκολο για έναν πολιτικό δεν είναι να εντοπίσει τα προβλήματα του πολίτη. Είναι να συγκρουστεί με εκείνον που κερδίζει από τη διαιώνισή τους.