Μια λέξη που ηχεί άσχημα. Έχουμε υποστεί τις επιπτώσεις της πολύ. Τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι αν δεν υπήρχε αυτό το «χτικιό», οι χώρες μας θα ήταν πολύ καλύτερες.
Σκεπτόμενος αυτά, ανέσυρα από το σεντούκι μου όπου φυλάω όλες τις «Σκέψεις της Ημέρας» που μου έχουν εμπιστευτεί στην ραδιοφωνική εκπομπή μου στην ΕΡΤ σημαντικοί άνθρωποι. Με Παιδεία και Ήθος. Όπως ο Θεσσαλονικιός Νικόλας Σεβαστάκης, πολιτικός επιστήμων, με γνωστικό αντικείμενο τη «Σύγχρονη Πολιτική και Κοινωνική Φιλοσοφία». Ασχολείται ερευνητικά με ζητήματα θεωρίας και κριτικής της νεωτερικότητας καθώς και με προβλήματα αξιών και ιδεολογίας.
«Ο διχασμός είναι λέξη που δεν την συμπαθούν οι περισσότεροι. Θυμίζει σκληρές ημέρες, καιρούς όπου ο διχασμός σήμαινε αίμα και αληθινό πόλεμο. Όμως, από την άλλη, δυσκολευόμαστε πολύ να μην διχαζόμαστε. Γιατί διαφωνούμε και θυμώνουμε και θέλουμε να δείξουμε την οργή μας σε άλλους. Ιδίως σε όσους έχουν την «αντίθετη θέση». Και υπάρχουν ολόκληρα ρεύματα της πολιτικής σκέψης που βλέπουν στο διχασμό και στην πόλωση κάτι υγιές για τη δημοκρατική ζωή.
Από τη στιγμή που δεν βγαίνουν τα όπλα (λένε), οι διαφωνίες είναι το άλας της έντονης δημοκρατικής ζωής. Χωρίς δράμα, η δημοκρατία γίνεται ανιαρή και μελαγχολική- αυτό έλεγαν πολλοί γύρω στο 1990 και όσο κράτησε η θριαμβολογία για το τέλος του ψυχρού πολέμου.
Μόνο που η εμπειρία των διχασμών είναι συνήθως πιο επώδυνη από την μακάρια θεωρητική του αντιμετώπιση. Μπορεί να λέμε ότι η δημοκρατία τρέφεται από τη διαφωνία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο διαφωνούμε στην εποχή των social media φέρνει τρόμο.
Δεν διαφωνούμε απλώς, αλλά ζούμε σε ένα καθεστώς πολλαπλών διαιρέσεων που αποκτούν αμέσως έναν οξύ, απερίφραστο συναισθηματικό χαρακτήρα. Είτε ήταν τα μέτρα περιορισμού και το εμβόλιο στην πανδημία, είτε η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, είτε κάτι μικρό και ανώδυνο στο πολιτικό μας ημερολόγιο (μια πόζα του Πρωθυπουργού, μια λέξη του Αλέξη Τσίπρα κλπ), ο «κάμπος παίρνει φωτιά».
Αναδύεται μια κατάσταση όπου ο διχασμός γίνεται φυλετική διάσπαση, φυλετικός διαχωρισμός όπου η μοναδική διέξοδος γίνεται η στεγανοποίηση της κάθε φυλής από τα λόγια και τα πρόσωπα των αντίπαλων κόσμων. Και όσο ο κοινωνικός μας κόσμος ενοποιείται σε ύφος ζωής, μόδες, καθημερινές συνήθειες, όσο οι πολίτες μοιάζουν να μοιράζονται περισσότερα κοινά από ποτέ, τόσο αυτή η νέα κατάτμηση και η συναισθηματική ρήξη βαίνει αυξανόμενη.
Αυτός όμως ο πολυκερματισμός του μίσους δεν έχει σχέση με τις παραγωγικές διαφωνίες της δημοκρατικής ζωής. Είναι ή γίνεται κάτι άλλο: μια τραυματική εμπειρία αποξένωσης και σχίσματος που αποτελεί παθολογία της ψηφιακής ζωής.
Παραδόξως, οι αντιθέσεις των ανθρώπων είναι πιο τυποποιημένες όταν συναντάς τον άλλο με σάρκα και οστά και βλέπεστε. Όσο περισσότερο ο άλλος γίνεται απλώς σύμβολο ενός εχθρικού λόγου, χαμένος μέσα στη ροή των ψηφιακών «αντιδράσεων», τόσο η διαίρεση γίνεται απάνθρωπη και η διχόνοια γίνεται χαντάκι και τάφρος.
Είναι καταστατικά αδύνατο να μην διαφωνούμε. Δεν μπορούμε όμως να αφεθούμε στην ανεξέλεγκτη «αγορά» των παθών που όπως όλες οι ανεξέλεγκτες αγορές οδηγεί στην απορρύθμιση του κοινού μας βίου και στην άνοδο των πιο βάναυσων και μισαλλόδοξων συναισθημάτων.
Η πολιτική δεν είναι μόνο οργάνωση των συμφερόντων ή των προσδοκιών μας για εισοδήματα, αξιώματα, ευημερία. Είναι ένας τρόπος να οργανώνουμε τα συναισθήματά μας για τους «δικούς μας» και τους άλλους, τους «απέναντι». Τα τελευταία χρόνια αποτυγχάνουμε ως προς αυτό. Ίσως γιατί η πολιτική κουλτούρα της χώρας δεν ευνοεί την επεξεργασία των συναισθημάτων ή γιατί η νέα διάταξη των συγκρούσεων στην εποχή των ψηφιακών όχλων αντιστρατεύεται κάθε αυτοπεριορισμό και σύνεση.
Όμως αυτό θα είναι ένα από τα ζητήματα των καιρών που έρχονται. Γιατί από διχασμούς δεν θα ξεμείνουμε ποτέ.»