Ένα οφειλόμενο «mea culpa» αιωρείται ως ανάγκη πάνω από όλους εμάς που πιστεύαμε και επιχειρηματολογούσαμε υπέρ της σοβαρότητας στην πολιτική. Από όλους όσοι δηλώναμε με βεβαιότητα ότι «ναι, οι άλλοι είναι καλύτεροι», κάθε φορά που προβαλλόταν ως επιχείρημα η ψήφος προς τους διάφορους «περίεργους τύπους» που εμφανίζονταν ως πολιτικοί Δον Κιχώτες.

Αυτοπαρουσιάζονταν ως σύγχρονοι επαναστάτες, με αιχμή του δόρατος τα νέα μέσα επικοινωνίας. Έχτιζαν πάνω στην αφέλεια της απλοϊκής σκέψης ορισμένων ανθρώπων ή πάνω στον θυμό που γεννά η δύσκολη καθημερινότητα. Μέσα από αυτούς, αρκετοί είδαν να ανοίγονται δρόμοι και ευκαιρίες για να γίνουν μέρος ακριβώς εκείνου του συστήματος που υποτίθεται ότι ήθελαν να αλλάξουν.

Ένα οφειλόμενο «συγγνώμη», λοιπόν, σε όσους πείστηκαν ότι η πολιτική μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με όρους πολιτικής. Δυστυχώς, τα γεγονότα δείχνουν το αντίθετο.

Τις προηγούμενες ημέρες παρακολουθούσα τις δηλώσεις και τις προεκλογικές τοποθετήσεις της Αννίτας Δημητρίου, του Ευθύμιου Δίπλαρου και άλλων στελεχών του Δημοκρατικού Συναγερμού, αλλά και άλλων πολιτικών δυνάμεων. Προειδοποιούσαν για τους κινδύνους που, κατά την άποψή τους, θα δημιουργούσε μια ισχυρή παρουσία νεοφανών κομμάτων στη Βουλή, όπως η Άμεση Δημοκρατία του Φειδία Παναγιώτου, το ΑΛΜΑ και άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί.

Ο προβληματισμός αυτός ήταν και παραμένει εύλογος και σοβαρός. Η Αννίτα Δημητρίου μιλούσε για την ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας της χώρας, ενώ ο Ευθύμιος Δίπλαρος προειδοποιούσε έντονα για τους κινδύνους που θα αντιμετωπίζαμε εάν επικρατούσαν τέτοιες δυνάμεις.

Η κοινωνία, ωστόσο, έδειξε τη δική της ωριμότητα και έδωσε στα παραδοσιακά κόμματα ακόμη μία ευκαιρία να περισώσουν ό,τι απέμενε από την πολιτική τους αξιοπιστία. Να εκπέμψουν σοβαρότητα και να υιοθετήσουν μια στάση πολιτικής ευθύνης, δίνοντας πίσω στους πολίτες ένα σημάδι ελπίδας. Μια ένδειξη ότι αντιλήφθηκαν το μήνυμα των εκλογών και αναγνώρισαν τους λόγους για τους οποίους οι ίδιοι προειδοποιούσαν προεκλογικά.

Το παρασκήνιο που ακολούθησε από τη νύχτα των εκλογών μέχρι και τη συμφωνία για την Προεδρία της Βουλής αποτέλεσε την πρώτη πολιτική πράξη του νέου πολιτικού σκηνικού. Μια πράξη που επισφραγίστηκε με το γνωστό πλέον βίντεο της Αννίτας Δημητρίου με τον Φειδία Παναγιώτου.

Ήταν μια εξέλιξη που εύλογα προκάλεσε αντιδράσεις και επικρίσεις, ακόμη και στο εσωτερικό του συναγερμικού ακροατηρίου. Το πιο προβληματικό, όμως, είναι η προσπάθεια ορισμένων κύκλων να αιτιολογήσουν την επιλογή αυτή με όρους πολιτικής συμπεριληπτικότητας. Αναμένουμε, προφανώς, να ακούσουμε και άλλα επιχειρήματα το επόμενο διάστημα.

Το 2021 ο ΔΗΣΥ κανονικοποίησε το ΕΛΑΜ, όταν η εκλογή της Αννίτας Δημητρίου στην Προεδρία της Βουλής κατέστη δυνατή και με τις ψήφους του κόμματος αυτού. Στα μάτια μιας μερίδας του συναγερμικού ακροατηρίου, το ΕΛΑΜ μετατράπηκε έτσι στην «άλλη δεξιά». Πρόκειται για ένα αφήγημα που το ίδιο το ΕΛΑΜ αξιοποιεί μέχρι σήμερα και το οποίο ο ΔΗΣΥ συνεχίζει να βρίσκει μπροστά του.

Το 2026 έγινε ένα βήμα παραπέρα. Κανονικοποιήθηκαν η αποπολιτικοποίηση της πολιτικής και ο πολιτικός καιροσκοπισμός. Και αυτό είναι κάτι που θα βρει μπροστά του όχι μόνο ο ΔΗΣΥ, αλλά και η ίδια η Αννίτα Δημητρίου.

Για να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, δεν θεωρούμε προβληματικό το γεγονός ότι υπήρξε διάλογος με την Άμεση Δημοκρατία. Πρόκειται για ένα κόμμα που έλαβε λαϊκή εντολή και εκπροσωπείται πλέον στη Βουλή. Προεκλογικά κάποιοι το θεωρούσαν απειλή, μετεκλογικά, όμως, αποδείχθηκε χρήσιμο σε ορισμένους.

Το ζήτημα δεν είναι ότι έγινε συζήτηση. Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η συζήτηση εξελίχθηκε σε πολιτική συμφωνία και το πώς η πολιτική υποτάχθηκε τελικά στους όρους και στη λογική εκείνων που, μέχρι λίγες ημέρες πριν, παρουσιάζονταν ως κίνδυνος για τη σταθερότητα της χώρας.

Στη συνολική εικόνα της πολιτικής μας κατρακύλας, όμως, πρέπει να εξετάσουμε όλα τα δεδομένα. Όπως επιτεύχθηκε η συμφωνία με την Πινδάρου, θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί και με το ΔΗΚΟ και τον Νικόλα Παπαδόπουλο, εάν η απαίτηση για το επίμαχο βίντεο δεν περιλάμβανε και τους υπουργούς της κυβέρνησης.

Φτάνουμε, έτσι, και στους αυτοαποκαλούμενους επαναστάτες της προεκλογικής περιόδου, στους υποτιθέμενους φορείς της αλλαγής. Ο Φειδίας Παναγιώτου έσπευσε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τη στήριξη της Αννίτας Δημητρίου, ενώ ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης έσπευσε να προσδέσει το ΑΛΜΑ στο ΑΚΕΛ.

Με απλά λόγια, και οι δύο κατέληξαν να λειτουργούν ως πολιτικοί δορυφόροι των δύο μεγάλων συστημικών κομμάτων. Των ίδιων κομμάτων που, κατά τα άλλα, υποσχέθηκαν ότι έρχονταν να πολεμήσουν.

Περαστικά μας…