Πέρασε μια δεκαετία από τότε που η εβδομαδιαία συνάντησή τους αποτελούσε μέρος της ρουτίνας και της ζωής της. Στη δική του γλώσσα ονομάζεται «συνεδρία» η οποία γίνεται κάθε εβδομάδα, την ίδια μέρα και ώρα και έχοντας πάντα την ίδια διάρκεια. Για εκείνη ήταν μια έξοδος και μαζί διέξοδος, βγαίνοντας από την κλειστή μοναξιά της καθημερινότητας με τις υποχρεώσεις, τις συμβατικότητες, τα άγχη μιας ακυρωμένης ζωής που κάποτε ένιωθε ως ονειρεμένη, μέχρι που το όνειρο έγινε καπνός όταν την εγκατέλειψε ο άντρας της και η γη έφυγε κάτω από τα πόδια της. Διότι όλη τη ζωή της, από το λύκειο κιόλας το μόνο στέρεο έδαφος στο οποίο έμαθε να κινείται ήταν αυτό που περπάτησε μαζί του, στο σχολείο, στις σπουδές στο εξωτερικό και στον ίδιο χώρο εργασίας.
Μαζί στο σπίτι, στις διακοπές, στα ταξίδια, ακόμη και οι φίλοι και οι παρέες τους υπήρξαν κοινές. Στα πενήντα της κι αφού τα παιδιά έφυγαν για σπουδές και πήραν πια τον δικό τους δρόμο, βρέθηκε να αναζητά τον εαυτό της και τη ζωή που έμεινε μισή συνειδητοποιώντας πως από τη θαλπωρή των γονιών της βρέθηκε να ζει με τον σύζυγο. Τώρα, πρώτη φορά μόνη, στο άδειο σπίτι προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τα πάντα, πρώτα απ’ όλα τον εαυτό της που είχε διαμορφωθεί υπό την επιμέλεια των γονέων και έπειτα του άντρα της.
Αποφάσισε λοιπόν να αναζητήσει βοήθεια από ένα ψυχολόγο ώστε να ξεπεράσει τον μαρασμό και την κατάθλιψη στην οποία είχε περιπέσει και να μαζέψει τα κομμάτια, αυτού του μεγάλου παζλ της. Τόσα χρόνια έγγαμου βίου είχε ξεχάσει να μιλά, πέρα από των τετριμμένων και των απαραίτητων: τις ανάγκες του σπιτιού, τα φροντιστήρια και τις σπουδές των παιδιών, τις κοινωνικές προσκλήσεις και υποχρεώσεις. Ποτέ δεν σκέφτηκε «την άλλη ζωή τη βυθισμένη», την εσωτερική και αληθινή που διαδραματίζεται μέσα μας.
Για πρώτη φορά, πέραν από την εξωτερική φροντίδα, γυμναστήριο, διατροφολόγοι, αισθητικοί και κομμωτήρια, βρέθηκε να ασχολείται με την αθέατη, την εσωτερική πλευρά της, ανακαλύπτοντας πως στην ουσία δεν ήθελε ποτέ να ακολουθήσει τις σπουδές και το επάγγελμα που ασκούσε μέχρι τώρα, στα οποία οι γονείς της την είχαν σπρώξει, όπως άλλωστε στο να παντρευτεί τον εφηβικό της έρωτα.
Μόνη πια, άρχισε να χειρίζεται τους φόβους και τις φοβίες της, να αντιμετωπίζει και να περιθάλπει τραύματα του παρελθόντος. Για μια δεκαετία, κάθε εβδομάδα, την ίδια μέρα και ώρα, τίκι-τόκο, στην ίδια διαδρομή, καθισμένη απέναντι από αυτό τον άγνωστο που είχε παντός καιρού και περιστάσεων το ίδιο ύφος, τον ίδιο τόνο φωνής, χωρίς να εκφράζει λύπη, ούτε χαρά, καμιά αντίδραση ή έκπληξη με ό ,τι κι αν ακούσει. Ο καιρός αμετάβλητος μέσα στην «αίθουσα συνεδριάσεων» κι ας είναι καμίνι η πόλη από τον καύσωνα κι ας φυσάει μανιασμένος ο άνεμος κάποιες κρύους χειμωνιάτικες μέρες. Ακόμη και την άνοιξη, αυτή την απόλυτη εποχή των αισθήσεων, που η φύση οργιάζει και η πόλη ζουζουνίζει και πάλλεται, στο δωμάτιο συνεδριάσεων δεσπόζει το αίθριο και αμετάβλητο ύφος του ψυχαναλυτή.
Ώσπου κάποια στιγμή ένιωσε πως ήρθε ο καιρός να αποχαιρετίσει τις δύο αντικριστές πολυθρόνες στις οποίες κάθισε αμέτρητες φορές, ενώπιον αυτού του άγνωστου ανθρώπου που εμπιστεύτηκε, στον οποίο διηγόταν τα όνειρα, μα και τους εφιάλτες της, τα τραύματα του μακρινού παρελθόντος μα και του παρόντος χρόνου τα οποία την βοήθησε να διαχειριστεί και να αποδεχτεί. Έμαθε να ανοίγει μα και να κλείνει πόρτες, μέχρις ότου φτάσει σε συμφιλίωση με τον εαυτό της.
Βάζοντας τέρμα στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία συλλογίζεται, ποιος είναι τελικά αυτός ο κύριος ο οποίος γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτήν; Αυτός που γεμίζει τις μέρες του και το μυαλό του με τις φωνές και τις ζωές των άλλων, που κάθε μια ώρα κάθεται απέναντι σ’ ένα άλλο πρόσωπο, ακούει τις υπαρξιακές και ψυχικές του ανησυχίες και συγκρούσεις που καλείται να αποφορτίσει και να κάνει τα τραύματα διαχειρίσιμα; Με τη συνειδητοποίηση και την αποδοχή, o θεραπευόμενος απαλλαγμένος από το αβάσταχτο βάρος του παρελθόντος του, βρίσκεται μπροστά σ’ ένα παρόν και ένα μέλλον «tabula rasa», άγραφο χάρτη, που προσφέρεται ώστε να χαράξει τις δικές του πορείες, σύμφωνα με τις δικές του αλήθειες και πραγματικότητες.
«Μπορώ τώρα που φεύγω να ρωτήσω κι εγώ κάτι για σας; Έχετε παιδιά, εγγόνια, από ποια πόλη είναι η καταγωγή σας; A, είστε πρόσφυγας, δεν το ήξερα. Έχετε αδέλφια;… Αααα, είχατε αδελφό αγνοούμενο; Λυπάμαι. Τα δικά μου θέματα μοιάζουν ασήμαντα κοντά στις δικές σας απουσίες».
Τον αποχαιρετά με ευγνωμοσύνη και ευχαριστώντας τον με μια θερμή χειραψία. Ταυτόχρονα στρέφεται προς τη γνώριμη πολυθρόνα στην οποία βούλιαζε κάθε εβδομάδα, για μια δεκαετία. Την αποχαιρετά κι αυτήν. Πόσες λέξεις, σκέψεις, συναισθήματα και όνειρα να απορρόφησε η ταπετσαρία και το βαμβάκι της ενώ τα ελατήριά της έτριζαν με τα τόσα βάρη τόσων ανθρώπων που φιλοξένησε όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί κι οι πολυθρόνες έχουν ψυχή! Συλλογίστηκε…