Noelia Castillo Ramos, μια 25χρονη γυναίκα από τη Βαρκελώνη, που η ζωή της πήρε μια σκληρή και δραματική τροπή, που έφερε τα πάνω κάτω. Πριν από 4 χρόνια (2022), υπέστη σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης που κυριολεκτικά σακάτεψαν τη ψυχή της.
Όταν διάβασα την είδηση, δεν θυμάμαι πότε κατάφερα να συνέρθω από το σοκ. Σίγουρα, με κυνηγάει ακόμα. Ήθελα να γράψω κάτι, αλλά δεν μπορούσα.
Τα δάχτυλά μου δεν έπαιρναν μήνυμα από τη σκέψη μου για να δώσουν ζωή στα πλήκτρα του λάπτοπ.
Με λύτρωσε όμως ένα κείμενο που έφτασε σε μένα από την φίλη, συγγραφέα Λένα Διβάνη. Που ευτυχώς, χώρια από τα βιβλία της (με ιστορίες απλές, της διπλανής, ή ακόμα και της κλειστής πόρτας), η ζωή της είναι μια συνεχής παρατήρηση, στις άπειρες περιηγήσεις της παντού.
Εκεί, μαζεύει στιγμιότυπα, ιστορίες και στιγμές ανθρώπων που κυκλοφορούν, άλλων που ζουν ακίνητοι, μερικοί χαμένοι στον κόσμο τους, άλλοι απολύτως νορμάλ – για αυτό και τους βρίσκει μετά στα ψυχιατρεία.
Να το συγκλονιστικό της κείμενο για την κοπέλα από την Βαρκελώνη:
«Aχ γλυκιά μου Noelia η τράπουλά σου ήταν σημαδεμένη από τη μέρα που βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου. Γεννήθηκες κορίτσι, όμορφο κορίτσι- όχι δεν είναι αβαντάζ η ομορφιά, μόνον για τις δυνατές, τις προνομιούχες. Για τις ανοχύρωτες είναι παγίδα, πάνω τους γυρνάει κι αυτή.
Ο πατέρας βίαιος και απών, αδιάφορος. Οικογένεια ταραγμένη, όλα λάθος Noelia, μόνη σου σαν αγριολούλουδο στο τσιμέντο της Βαρκελώνης μεγάλωσες.
Όταν έμπαινες στην εφηβεία σε πήρανε από το σκοτεινό σου σπίτι και σε πήγαν σε ίδρυμα. Για προστασία υποτίθεται. Εκεί σε βίασαν τρεις άντρες, ο ένας μετά τον άλλον γιατί μπορούσαν. Ένα όμορφο τρομοκρατημένο παιδί- what a blast! Θα ζήλευε ο Επστάιν.
Ο πόνος αφόρητος, τρόμος, καταφυγή πουθενά. Αποφάσισες να το σκάσεις οριστικά. Ανέβηκες ψηλά και έριξες το λεηλατημένο, το βρωμισμένο σώμα σου στο κενό. Δεν τα κατάφερες να πεθάνεις όμως, ούτε αυτή τη χάρη δεν σου έκανε η ζωή, να σηκωθεί , να φύγει και να σ’ αφήσει ήσυχη. Σ΄άφησε παράλυτη και πονεμένη.
Όλη μέρα όλη νύχτα Noelia, μήνες και χρόνια ανυπόφορα, συζούσες με τον πόνο για να μην το ξεχάσεις ότι η μοίρα σου ήταν η κοιλάδα των δακρύων. Αποφάσισες να ζητήσεις πίσω την αξιοπρεπειά σου, τον έλεγχο του σώματός σου, αυτό το λειψό κουφάρι που είχε απομείνει ήθελε να τελειώσει όπως ήθελε να τελειώσει.
Ούτε αυτό δεν σ΄άφησαν Noelia. Ο πατέρας αφέντης αρνήθηκε, τι θα έλεγε ο κόσμος; Η κόρη σου δεν άντεξε τον κόσμο, δεν άντεξε εσάς και αυτοκτονεί; Σε σταμάτησε. Ο άνθρωπος που σε είχε γραμμένη στα παλιά του τα παπούτσια είκοσι χρόνια εμφανίστηκε ξαφνικά για να σου απαγορέψει να ορίσεις την τύχη σου ακόμα μια φορά. Πάλεψες με νύχια και με δόντια αλλά η ισπανική δικαιοσύνη σε κοίταξε με αντρικά μάτια, πήγε με το μέρος του.
Δεν σε σταμάτησε όμως. Έγινες λέαινα, κατέφυγες στο ευρωπαϊκό δικαστήριο και κέρδισες γλυκιά μου, το δικαίωμα στην ευθανασία. Μμπορεί να έχασες τη ζωή αλλά κέρδισες τουλάχιστον τον θάνατό σου! Έβαλες το κόκκινο φουστάνι, έβαλες ρουζ, κραγιόν, χτένισες τα μαλλιά σου κι έγινες όμορφη για να παντρευτείς το χάρο. Γιατί για μερικές γυναίκες Noelia ο θάνατος είναι ο πιο ευγενικός εραστής που θα μπορούσαν να έχουν…»