«Παρομοιάζω τη έκθεση της Τουρκίας με μια γεναίκα που εν η γυναίκα σου, που είσαστε παντρεμένοι, τζαι πάει με άλλους άντρες, λέει σου ψέματα, έννε καλή γυναίκα, εν σε κάμνει support και τα λοιπά, αλλά θέλω να έχω συνεργασία, θέλω να είμαστε παντρεμένοι».
Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε πως η βλακεία είναι άκρως μεταδοτική. Και δεν αναφέρομαι, βέβαια, στον Φειδία -στον οποίο ανήκει, όπως οι πλείστοι γνωρίζετε, η ως άνω φράση- ως άτομο. Ο Φειδίας μια χαρά ξέρει τι κάνει. Αναφέρομαι στο φαινόμενο Φειδίας και στο τι μας λέει κοινωνικά.
Ακούω διάφορες θεωρίες για τον κόσμο που τον ψήφισε, τον κόσμο που αγανάκτησε, τους νέους που δεν βρίσκουν διέξοδο και διάφορα άλλα. Ειδικά για τους «αγανακτισμένους νέους», εγώ ομολογώ ότι καμία αγανάκτηση δεν βλέπω. Βλέπω βαρεμάρα γενικώς.
Παιδιά με ευνουχισμένες προσωπικότητες, από γονείς οι οποίοι τα θεωρούν προέκταση – extension, που θα έλεγε και ο Φειδίας- της ζωής και της «επιτυχίας» τους. Ανθρώπους οι οποίοι βγαίνουν, ως επί το πλείστον, λειτουργικά αναλφάβητοι στην κοινωνία, νιώθοντας ότι, όπως και οι γονείς τους -γι’ αυτό, άλλωστε, είναι έτσι-, είναι ό,τι πιο έξυπνο και μπαγάσικο έχει να επιδείξει το ανθρώπινο DNA.
Ως τέτοιοι, οι πιο καμένοι και κατά φαντασίαν τετραπέρατοι δεν μπορούν να δεχτούν τον όποιο αρχικό μισθό δεν ανταποκρίνεται στο υπερτροφικό εγώ που τους καλλιέργησαν στο σπίτι. Ούτε θέλουν να σκέφτονται ότι ο μισθός αυτός είναι, αν μη τι άλλο, δίκαιος -και πολύς ενίοτε- για τα προσόντα που φρόντισαν εκείνοι και οι γονείς τους να αποκτήσουν.
Λογικά θα ρωτήσει κανείς: μόνο στην Κύπρο μεγαλώνουν πολλά παιδιά έτσι; Διότι μόνα τους δεν γίνονται. ΟΚ, εάν το μέτρο σύγκρισης είναι -και δυστυχώς συχνότατα πλέον είναι- η Ελλάδα, όπου τα πράγματα είναι απείρως χειρότερα, και εάν αυτό μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα, όχι, η Κύπρος δεν είναι μόνη. Αλλά αυτό δεν είναι λύση.
Σε μια κοινωνία όπου, για ένα τραγικά μεγάλο μέρος της, η μετριότητα είναι επιτυχία και το ΕΕΕ είναι αποδεκτό ως επιλογή, την ώρα που κάποιος μπορεί αλλά δεν πάει να δουλέψει διότι μπορεί να τα έχει όλα μούχτιν-ζίχτιν· όπου το άππωμαν είναι τσαχπινιά· και όπου τόσα παιδιά μεγαλώνουν στα χέρια εξίσου, εάν όχι και περισσότερο, αππωμένων γονιών, υπάρχουν δύο σιγουράκια:
«Αγανακτισμένα» παιδιά και «αγανακτισμένοι μεγάλοι», με τα πιο πάνω αλλά και πολλά άλλα κουσούρια. Έρχεται και η εποχή των social media, η οποία αλέθει σε ληγμένο κιμά όποιον δεν ξέρει και όποιον είναι αγράμματος ψηφιακά, και το γλυκό δένει πλέον.
Ο Φειδίας, ο ΑΛΜΑς και όλοι οι υπόλοιποι του στερεώματος απευθύνονται σε ένα τέτοιο κοινό. Ανηλίκων και ενηλίκων. Δεν είναι μικρό αυτό το κοινό. Ούτε πλειοψηφικό. Ακόμα. Αλλά κοντεύει.
Έναν κόσμο ο οποίος θεωρεί ότι οι υπόλοιποι του χρωστούν. Ότι οι υπόλοιποι έχουν βάλει στόχο να μην αφήσουν διάνοιες όπως εκείνος ο κόσμος να ανθίσουν – ανθίζουν, αλλά με άλλον τρόπο…-. Έναν κόσμο ο οποίος γενικά χαρακτηρίζεται από στρεβλές προσλήψεις όσων συμβαίνουν γύρω του και από παντελή αδυναμία να τις βελτιώσει.
Αυτός ο κόσμος καταλήγει να βάζει στη Βουλή ανθρώπους οι οποίοι αντιλαμβάνονται την Τουρκία ως «τη γεναίκα» και όχι ως τον βιαστή της περιοχής. Ανθρώπους οι οποίοι ανεβάζουν βίντεο στα οποία εξηγούν γιατί σταμάτησαν -αν και το αντίθετο δείχνουν- να αυνανίζονται, και τόσους άλλους.
Η μοναδική άμυνα που υπάρχει για τους υπόλοιπους είναι να μην αφήνουν όλο και περισσότερους, ευάλωτους στο είδος -ας τους πούμε έτσι-, να καταλήγουν εκεί. Διότι οι υποψήφιοι για προσχώρηση είναι πολλοί. Εφιαλτικά πολλοί.
Και ο μόνος τρόπος για να μην το πάθουμε -αφού ιδιαίτερη αντιπρόταση από το αντίστοιχο είδος δεν υπάρχει- είναι να αντιστεκόμαστε στον πειρασμό των μωροφιλοδοξιών και της έπαρσής μας, ως κάτι σοβαρό και αξιόπιστο.
Αλλιώς, ο Φειδίας, ο Σάκης και όλοι οι άλλοι θα συνεχίσουν να αρμέγουν το εκλογικό σώμα, η Αννίτα και οι άλλοι να νομίζουν ότι έγιναν μεγάλοι και τρανοί ηγέτες και κέρδισαν, και το είδος να μας υπενθυμίζει το βασικό, κατά την ακόμη πιο εμβληματική -και εδώ ορθότατη- φράση του Φειδία: «Εσιέσαν πάνω τους».
Με τις υγείες μας.