Όσοι υποστηρίζουν ότι για να διασφαλιστεί η αμεροληψία στις έρευνες που θα ακολουθήσουν το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, μαζί με τους ιδιώτες ποινικούς ανακριτές πρέπει να διοριστεί και ιδιώτης δημόσιος κατήγορος. Ώστε να μην υπάρχει καμιά εμπλοκή του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα στις αποφάσεις και τους χειρισμούς, ακόμα και η όποια υπόθεση φτάσει στα δικαστήρια να παρουσιαστεί από τον ιδιώτη δημόσιο κατήγορο.

Δεν είναι συνηθισμένο, όμως έχει ξαναγίνει στην υπόθεση Ρίκκου Ερωτοκρίτου, όταν ο Κώστας Κληρίδης αυτοεξαιρέθηκε και ανέθεσε την υπόθεση σε ιδιώτες. Τώρα έχω την εντύπωση ότι ούτε οι Εισαγγελείς, ούτε η κυβέρνηση λαμβάνουν υπόψη την οργή των πολιτών και αντί να απλοποιούν τα πράματα, τα μπερδεύουν περισσότερο. Αυτοεξαιρέθηκαν ο Σαββίδης και ο Αγγελίδης και καλά έκαναν. Παρότι, υπάρχει πια μια γενικότερη απαίτηση για παραίτησή τους και δημιουργείται πια πολιτικό ζήτημα, όχι μόνο νομικό. Διότι είναι πολιτικό ζήτημα όταν η ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας δεν μπορεί για πολλούς λόγους να χειριστεί μια από τις σοβαρότερες υποθέσεις που αντιμετωπίζει το κράτος.

Αυτοεξαιρέθηκαν και ανέθεσαν την απόφαση για τον χειρισμό του πορίσματος σε Εισαγγελικό Συμβούλιο. Αυτό αποφάσισε να μην κάνει τίποτα, ουσιαστικά αυτοεξαιρέθηκε και το Συμβούλιο και παρέδωσε «κλειστό» το πόρισμα στο Υπουργικό Συμβούλιο για να αποφασίσει εκείνο. Δεν δημιουργείται μέγα πολιτικό ζήτημα όταν η κυβέρνηση καλείται να πάρει αποφάσεις για μια σοβαρότατη υπόθεση αλλά οι νομικοί της σύμβουλοι, δηλαδή η Νομική Υπηρεσία, αδυνατεί να την συμβουλεύσει;
Από την άλλη, το Υπουργικό αποφάσισε ότι θα προχωρήσει στον διορισμό ομάδας ποινικών ανακριτών «το συντομότερο δυνατόν», όπως είπε χτες ο κυβερνητικός Εκπρόσωπος. Αυτό είναι το αναμενόμενο. Αλλά, το επόμενο αναμενόμενο μάλλον δεν θα γίνει. Διότι, όπως είπε, ο κ. Λετυμπιώτης όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο διορισμού ιδιώτη δημόσιου κατήγορου, «αυτό, αν δεν κάνω λάθος, δεν είναι αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, έχει τη δυνατότητα για διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών».

Επομένως, σε ποιον θα αναφέρονται οι ποινικοί ανακριτές και ποιος θα παρουσιάσει τις όποιες υποθέσεις στο δικαστήριο; Αφού εξαιρέθηκαν και οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας και το Εισαγγελικό Συμβούλιο! Σε ποιον θα παραδώσουν οι ποινικοί ανακριτές το πόρισμά τους για να αποφασίσει αν θα ασκηθούν διώξεις ή όχι; Στο Υπουργικό Συμβούλιο ή στην εξαιρεμένη Νομική Υπηρεσία;

Γι΄ αυτό είπα στην αρχή, τα κάνουν πολύ περίπλοκα και δεν καθησυχάζουν την οργισμένη κοινή γνώμη. Ειδικά σε αυτή την ιστορία που απαιτεί καθαρούς χειρισμούς και γρήγορους. Άλλο μπέρδεμα κι αυτό. Έκανε μια βδομάδα η Αρχή να στείλει το πόρισμα στη Νομική Υπηρεσία και επίσης μια βδομάδα μετά το Υπουργικό Συμβούλιο (δηλαδή ο Πρόεδρος) ακόμα σκέφτεται τι θα κάνει. Ούτε μια μέρα δεν έπρεπε να καθυστερούν. Για να στείλουν μήνυμα αποφασιστικότητας αν μη τι άλλο.

Υ.Γ. Ο «Φ» και εγώ προσωπικά παραλάβαμε επιστολή από δικηγορικό γραφείο σχετικά με το άρθρο μου, το περασμένο Σάββατο, με τίτλο «Όταν η διαφθορά αγγίζει δικαστές, τι να μείνει όρθιο». Η εν λόγω επιστολή, η οποία αποστάληκε κατ’ εντολή προσώπων το όνομα των οποίων καταγράφεται στο πρόσφατο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, υποστηρίζει ότι το άρθρο μου μεταδίδει το μήνυμα στον αναγνώστη ότι τα επίμαχα γεγονότα έχουν ήδη αποδειχθεί και το μήνυμα ότι «η ύπαρξη πράξεων διαφθοράς αποτελεί δεδομένο γεγονός».

Οφείλω να διευκρινίσω εδώ -παρότι τα σχόλιά μου αφορούσαν κρατικούς θεσμούς, όπως η λειτουργία της Δικαιοσύνης και κανέναν άλλο- ότι ουδέποτε υποστήριξα, ούτε ασφαλώς είχα ποτέ πρόθεση να υποστηρίξω, ότι είναι διαπιστωμένη ή βέβαιη η διάπραξη πράξεων διαφθοράς από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο πόρισμα. Ο σεβασμός του «Φ» και εμού προσωπικά στο τεκμήριο αθωότητας είναι δεδομένος και άλλωστε αυτό αναφέρθηκε πλειστάκις στην αρθρογραφία μου των ημερών με αφορμή το πόρισμα.