Αφιέρωσα όλη την ραδιοφωνική μου εκπομπή, «Καθρέφτης» στην ΕΡΤ, στην Κύπρο. Όλη τη Κύπρο. Με αφορμή τον θάνατο μιας γυναίκας, από τον βορρά, που τίμησε όλο το νησί, με το έργο που έκανε προς όφελος και των δύο κοινοτήτων.
Είναι η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος και ακτιβίστρια, Σεβγκιούλ Ουλουντάγ, 67 ετών, που έφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή 28 Ιουνίου, αφήνοντας πίσω της έργο που την καταξιώνει εσαεί. Έργο, που ίσως και εμείς (ο υπογράφων, σίγουρα) δεν γνωρίζαμε.
Κάθε Τρίτη, βλέπουμε και «ακούμε» στον «Καθρέφτη», μια Σκέψη της Ημέρας από την συγγραφέα και στατιστικολόγο, Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη, πρόσφυγα από την Αμμόχωστο, διαμένουσα προσωρινά στην Πράγα με τον σύντροφό της, ώσπου να ξαναγεννηθεί η Κύπρος.
Το βράδυ της της περασμένης Δευτέρας, καθώς διάβαζε την κακή είδηση στο Facebook, είχα την αίσθηση, λέει, «ότι για λίγες ώρες η Κύπρος ξέχασε πως είναι μοιρασμένη». Και συνέχισε:
«Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές απόψεις, διαφορετικές διαδρομές και διαφορετικές μνήμες, έγραφαν και ψιθύριζαν σχεδόν τα ίδια λόγια. “Έφυγε μια μεγάλη Κύπρια”. “Αναντικατάστατη”. “Δεν μπορώ να το πιστέψω”.
Όχι. Δεν ήταν μια τυπική έκφραση θλίψης. Ήταν η αίσθηση ότι χάθηκε ένας άνθρωπος που ανήκε σε όλους.
Η γυναίκα για την οποία μιλούσαν ήταν η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος, Σεβγκιούλ Ουλουντάγ. Ίσως πολλοί στην Ελλάδα να μην γνωρίζουν το όνομά της. Στην Κύπρο, όμως, υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μια δημοσιογράφος. Ήταν μια γυναίκα που αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της σε μία από τις πιο δύσκολες αποστολές που θα μπορούσε να αναλάβει ένας άνθρωπος:
Να αναζητήσει την αλήθεια για τους αγνοουμένους και τους δολοφονημένους της Κύπρου. Για τα θύματα των διακοινοτικών συγκρούσεων του 1963-64, αλλά και της τουρκικής εισβολής του 1974. Όχι μέσα από επίσημους φακέλους και κρατικά αρχεία, αλλά μέσα από τους ίδιους τους ανθρώπους.
Εκείνους που είχαν υπάρξει μάρτυρες, που γνώριζαν και σιωπούσαν επί δεκαετίες. Πρόλαβε να τους συναντήσει όσο ακόμη ζούσαν. Και κατάφερε κάτι που ίσως φάνταζε αδύνατο: να τους κάνει να μιλήσουν.
Στην Κύπρο, όπου η μνήμη είναι συχνά πιο βαριά από την ίδια την ιστορία, αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά της. Δεν συγκέντρωσε μόνο πληροφορίες. Κέρδισε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι τής εμπιστεύονταν αλήθειες που δεν είχαν αποκαλύψει ούτε στους πιο κοντινούς τους ανθρώπους. Γιατί ήξεραν ότι δεν αναζητούσε ενόχους για να δικαιώσει τη μία ή την άλλη πλευρά. Αναζητούσε τους νεκρούς για να δικαιώσει τους ζωντανούς.
Δεν την ενδιέφερε ποιος είχε περισσότερο δίκιο. Ήθελε, έψαχνε να αποδείξει ότι καμία μάνα δεν πονά λιγότερο επειδή μιλά μια άλλη γλώσσα.
Σε μια Κύπρο όπου σχεδόν όλα χωρίζονται σε «δικούς μας» και “δικούς τους”, η Σεβγκιούλ αφιέρωσε τη ζωή της στους ανθρώπους που δεν ανήκαν πια σε καμία πλευρά: Στους αγνοουμένους, στους νεκρούς, στις οικογένειες που περίμεναν μια απάντηση.
Για χρόνια μάθαμε να μετράμε μόνο τους δικούς μας νεκρούς. Εκείνη μας έμαθε ότι ο πόνος δεν έχει κοινότητα.
Χάρη στη δική της επιμονή, δεκάδες οικογένειες, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, μπόρεσαν ύστερα από δεκαετίες να θάψουν τους ανθρώπους τους. Για όσους δεν έχουν ζήσει αυτή την αναμονή, ίσως τούτο να μοιάζει ως μια απλή πληροφορία. Δεν είναι. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια πληγή που μένει για πάντα ανοιχτή, και σε έναν άνθρωπο που μπορεί επιτέλους να αφήσει λίγα λουλούδια πάνω σε έναν τάφο.
Η Σεβγκιούλ πέρασε τη ζωή της ξεθάβοντας ανθρώπους. Όχι για να ξυπνήσει το μίσος, αλλά για να μπορέσουν οι ζωντανοί να συνεχίσουν να ζουν. Μας δίδαξε ότι η συμφιλίωση δεν χτίζεται πάνω στη λήθη. Αλλά στην αλήθεια.
Γιατί, άνθρωποι σαν τη Σεβγκιούλ δεν διασώζουν μόνο τη μνήμη των νεκρών. Αποκαθιστούν και την εμπιστοσύνη των ζωντανών πως η Κύπρος μπορεί κάποτε να ξαναβρεί τον καλύτερό της εαυτό.
Όπως, εκείνη έψαχνε αδιάκοπα, για πολλά χρόνια, ανθρώπους που “χάθηκαν”».
(*) Άργησα να στείλω την Στήλη μου, γιατί συνάδελφοί μου από το εξωτερικό δεν σταμάτησαν να μου ζητούν να τους πως «δυο λέξεις» για την σπουδαία αυτή γυναίκα. Τους πρότεινα να επικοινωνήσουν με καλούς συναδέλφους μου στην Κύπρο, μερικοί από τους οποίους γνώριζαν καλά την εκλιπούσα. «Όχι, πες μας εσύ τα πιο σημαντικά, σε 3 λεπτά – ξέρεις την Κύπρο»! Τι να πεις; Πώς μετριέται μια ανταπόκριση από μακριά; Και από κάποιον που δεν τη γνώριζε καθόλου; Έκανα λάθος!