Το κουτί ήταν από το ζαχαροπλαστείο Gilli της Φλωρεντίας, που άνοιξε τον 18o αιώνα συνεχίζοντας να προσφέρει καφέδες και τη διάσημη ζεστή του σοκολάτα, συνοδευόμενα από εκλεκτά γλυκά. Οι τιμές απλησίαστες για τους ξένους φοιτητές την δεκαετία του ’80, εφόσον μ’ αυτήν ενός cappuccino θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα γεύμα στο φοιτητικό εστιατόριο ή να πιούν άλλους πέντε σε καφέ της πόλης.

Το Gilli το προσπερνούσαν μόνο απ’ έξω θαυμάζοντας την βιτρίνα του με τα σοκολατένια κουνελάκια, κοτούλες και αυγά του Πάσχα, που έμοιαζαν με έργα νεκράς φύσης από την πινακοθήκη των Uffizi. Ακόμη και τα παραδοσιακά τσουρέκια του, οι λεγόμενες colombe, ήταν χάρμα οφθαλμών σε σχήμα περιστεριών. Τα Χριστούγεννα ήταν στολισμένο με σοκολατένιους αγγέλους, αρνάκια, άγιους Βασίληδες, ενώ τα Χρυσόψωμα, τα pandoro και τα panettone με τις σταφίδες και τα γλυκά μοσχομύριζαν μέχρι το δρόμο. Ολόχρονα έβλεπες στην βιτρίνα-ψυγείο τάρτες με φράουλες και κρέμα σαντιγί, tiramisù και panna-cotta που έκαναν τους περαστικούς να τους τρέχουν τα σάλια. Όσο για τα παγωτά σε διάφορα χρώματα έμοιαζαν σαν μια παλέτα ζωγράφου.

Εμείς στο νησί τα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία είχαμε πέντε- έξι γεύσεις παγωτού, οπωσδήποτε τριαντάφυλλο, μαστίχα, μπανάνα, σοκολάτα ή φράουλα, ενώ υπήρχε και το παγωτό γάλακτος της μηχανής που έλιωνε και γινόταν ένα με το χωνάκι αν δεν το καταβρόχθιζες την ίδια στιγμή. Τα παγωτά εξαφανίζονταν στο τέλος του καλοκαιριού και με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, για να επανεμφανιστούν ξανά στα περίπτερα το επόμενο καλοκαίρι μαζί με τα καρπούζια. Τα παιδιά περίμεναν να περάσουν οι ατέλειωτες ώρες της υποχρεωτικής μεσημβρινής αργίας και κοινής ησυχίας, ώστε ν’ ακουστεί η χαρακτηριστική μουσική του πλανόδιου παγωτάρη που τριγυρνούσε με το φορτηγάκι στις γειτονιές του τα δειλινά. Υπήρχαν ακόμη και παγωτάρηδες με ποδήλατο, που τα παιδιά θαύμαζαν όσο και τους ακροβάτες, ένα θαύμα ανεξιχνίαστο στα μάτια τους, πώς το παγωτό δεν έλιωνε, ενώ τα ίδια και κυρίως οι γονείς τους είχαν σχεδόν λιώσει και εξατμιστεί από τον λάλλαρο κατά τις ώρες του μεσημεριού.

Η Κύπρος δεν είχε παράδοση ούτε και στις σοκολάτες, των οποίων γινόταν εισαγωγή από τη Μεγάλη Βρετανία και την Ελβετία. Η εγχώρια σοκολάτα είχε τη γεύση σαπουνιού αναμεμιγμένο με τεράτσια. Η κουβερτούρα του Φιτιλούδκια εντούτοις ήταν άριστης ποιότητας και μ’ αυτή έφτιαχναν οι μαμάδες τις τρούφες και τις δούκισσες που σερβίρονταν σε παιδικά γενέθλια όταν τραγουδούσαμε «Happy birthday to you» αντιγράφοντας το τραγούδι των Εγγλέζων από τους οποίους μόλις είχαμε ανεξαρτοποιηθεί, όχι όμως και από κάποιες εθιμοτυπίες τους. Πού να φανταζόμασταν πως τον 21ο αιώνα θα αντιγράφαμε ακόμη και το αλφάβητό τους, στέλνοντας μηνύματα τηλεφωνικά ή ηλεκτρονικά, γραμμένα σε greeklish.

Πολλά από τα ζαχαροπλαστεία εκείνης της εποχής έγιναν από κύπριους της Αιγύπτου, οι οποίοι επαναπατρίσθηκαν από το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, όπου εκτός από τους σπουδαίους μπακλαβάδες, εισήγαγαν πολλά ευρωπαϊκά και γαλλικά γλυκά και όπως forêt noire, pavlova, καρδινάλιο, mille-feuilles, γλυκά με κρέμες, σαντιγές και κυρίως παράξενα ονόματα.

Κάποια πουλούσαν και έτοιμα εισαγόμενα κουτιά τενεκεδένια, με άμαξες, μαρκησίες και λίμνες τα οποία περιείχαν σοκολατάκια ή μπισκότα. Όλα αυτά όπως και οι σοκολάτες εξαφανίζονταν τα καλοκαίρια από τα ζαχαροπλαστεία, τα μπακάλικα και τα περίπτερα μέχρι τον Οκτώβρη, οπόταν και ξανάρχιζε η εισαγωγή τους, όταν ο ήλιος δεν έκαιγε πλέον και δεν θα έλειωναν στα ράφια. Δεν ήταν μόνο τα φρούτα και τα λαχανικά που ήταν εποχιακά αλλά ακόμη και οι λιχουδιές.

Το πορφυρό βελούδινο κουτί με τα σοκολατάκια, έχοντας το κάθε ένα άλλο σχήμα και γεύση φουντοουκιού ή άρωμα από amaretto, ήταν δώρο των συμφοιτητών από τη σχολή, για τα γενέθλιά της. Οι πλείστοι ήταν από Γερμανία οπόταν με τα γερμανικά μάρκα όλα τους φαίνονταν φτηνά σε σχέση με την ιταλική λιρέτα. Για τους κύπριους με την κυπριακή λίρα όλα φάνταζαν ακριβά και απλησίαστα. Αφού τα κατανάλωσε με την παρέα, εναπόθετε στο άδειο κουτί τις καρτέλες με τις νέες ιταλικές λέξεις και ιδιωματισμούς που μάθαινε. Το κουτί με τις λέξεις ταξίδεψε και σε άλλες χώρες χρησιμεύοντας πάντα ως «λεξοφυλάκιο», για την εκμάθηση της νέας γλώσσας.

Με τα χρόνια το βελούδινο ύφασμα του ξεθώριασε και από πορφυρό έγινε απαλό ροζ. Όταν βρέθηκε ξανά στην Φλωρεντία με τα παιδιά της, το Gilli βρισκόταν στο ίδιο σημείο, στην Piazza della Repubblica, την πλατεία της Δημοκρατίας, με την ίδια πινακίδα. Απόλαυσαν πάστες και παγωτό, ήπιε διπλό espresso ενώ αναγνώρισε σε μια προθήκη το ίδιο βελούδινο κουτί των φοιτητικών της χρόνων στο οποίο φύλαγε λέξεις μα και όμορφες στιγμές της νιότης, τότε που όλα ήταν πρωτόγνωρα και ξεχωριστά, οι γεύσεις, οι εικόνες ακόμη και τα ονόματα των ανθρώπων στις ξένες χώρες όπου έζησε.

Σήμερα με την παγκοσμιοποίηση, χάθηκε αυτή η ποίηση που ανακάλυπτες σε ξένους τόπους. Παγωταρίες-gellaterie και crêperies έχουν κατακλύσει το νησί. Βρίσκεις τα πάντα ολόχρονα, όλο το 24ωρο. Μέσα στο κουτί με τα χρυσά ξεθωριασμένα γράμματα του ζαχαροπλαστείου Gilli ανακάλυψε πρόσφατα πολύχρωμα πλαστικά κουταλάκια που οι κόρες της μάζευαν σαν ήταν μικρά κοριτσάκια από τις επισκέψεις τους σε παγωταρίες της Ιταλίας με τις παλέτες των χρωμάτων της Αναγέννησης που έβαφαν τα ανέμελα παιδικά χρόνια.