Τελειώνει αύριο το δεκαήμερο οδοιπορικό δεκάδων Κυπρίων μοτοσυκλετιστών στην Ελλάδα, στο πλαίσιο αποστολής της Πρωτοβουλίας Μνήμης Ισαάκ και Σολωμού, τριάντα χρόνια μετά τις δολοφονίες τους στη διάρκεια αντικατοχικών εκδηλώσεων στη «νεκρή ζώνη» μεταξύ της κατεχόμενης Κάτω Δερύνειας και της Δερύνειας. Δεν τελειώνει, όμως, η επώδυνη ανάμνηση εκείνης της σκληρής εμπειρίας, αφού ήμουν αυτόπτης μάρτυρας και των δύο τουρκικών εγκλημάτων.
Είχα βρεθεί εκεί για να καλύψω δημοσιογραφικά τις δύο αντικατοχικές εκδηλώσεις της 11ης και της 14ης Αυγούστου 1996, σε αυτήν που για μένα δεν ήταν απλώς μια δημοσιογραφική αποστολή, αλλά μια προσωπική δοκιμασία – ιδιαίτερα η περίπτωση του Τάσου Ισαάκ, του νεαρού Παραλιμνίτη που παγιδεύτηκε στα συρματοπλέγματα του τουρκικού στρατού, στο έλεος εξαγριωμένων τραμπούκων αποφασισμένων να σκοτώσουν. Που άφησε την τελευταία του πνοή από αλλεπάλληλα και υπολογισμένα κτυπήματα με λοστούς και πέτρες, που συνεχίστηκαν για πολλή ώρα μετά που είχε πέσει τραυματισμένος. Ήταν φανερό ότι οι δολοφόνοι ήθελαν να τον αποτελειώσουν – και το έκαναν εν ψυχρώ, αδίστακτα και χωρίς ταλαντεύσεις, έτσι όπως μόνο τα άγρια θηρία ενεργούν.
Κάτι έσπασε μέσα μου εκείνες τις ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγούστου και τη βροχή από τις σφαίρες και τις πέτρες, μέσα σ’ αυτήν την κατάξερη έρημο του μίσους. Οι αγριάνθρωποι «πολεμούσαν» και «υπερασπίζονταν» το σπίτι μου, θεωρώντας το «δικό» τους(!) – το σπίτι μου που είναι λίγα μέτρα πίσω από τα στίφη με τα μισοφέγγαρα στην Κάτω Δερύνεια, εκεί όπου γεννήθηκα και έζησα μέχρι το 1974 όταν μας ξεσπίτωσε ο στρατός εισβολής. Τα στόματα τους έχασκαν γεμάτα μίσος, καθώς μας έβριζαν και μας φώναζαν στα ελληνικά «γιους της πουτάνας» και καθώς χούφτωναν τα γεννητικά τους όργανα και ούρλιαζαν πως «εκεί» μας έχουν γραμμένους.
Ένιωσα ξαφνικά πολύ μόνος μέσα σε όλο εκείνο τον κουρνιαχτό, τις κραυγές των τραυματισμένων μοτοσυκλετιστών, τη σύγχυση και τον πόνο. Εκεί, στη φοβερή μοναξιά της σύγκρουσης μέσα στη «νεκρή ζώνη» της Κάτω Δερύνειας, αποχαλινώθηκε το απαίσιο τέρας του τουρκικού εθνικισμού και αποκαλύφθηκε η γυμνή του αλήθεια.
Επιστρέφοντας στη Λευκωσία για να γράψω το ρεπορτάζ, διαπίστωσα ότι το μπλοκάκι με τις σημειώσεις μου, είχε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα μου. Είχαν μισοσβηστεί οι λέξεις και οι εκφράσεις που είχα εκεί διατυπωμένες: Ναι στη φιλία μεταξύ των ανθρώπων. Ναι στον διάλογο σε μια κοινωνία ελευθερίας και δημοκρατίας. Φύλαξα εκείνο το δημοσιογραφικό μπλοκάκι μου. Εκείνες οι σημειώσεις μου ήταν για πολύ καιρό μισοσβησμένες. Νομίζω είναι ακόμα. Κάπου τις έχασα και ψάχνω ακόμα να τις βρω.