Ο Ζοχράν Μαμντάνι εξελέγη δήμαρχος της Νέας Υόρκης, υποσχόμενος πολλά, τα οποία ήταν φανερό, για όσους γνώριζαν το σύστημα, ότι δεν ήταν παρά χυδαίος λαϊκισμός σε ωραίο περιτύλιγμα, ικανό να ξεγελάσει τους πολίτες μιας πόλης στην οποία το κόστος ζωής είχε ξεφύγει — το ίδιο και η διαφθορά προηγούμενων δημάρχων και διοικήσεων.
Όλα αυτά ήταν που οδήγησαν και πολλούς Εβραίους Νεοϋορκέζους στο να τον ψηφίσουν — και αυτοί είναι μάλλον οι πλέον δυστυχείς αυτή τη στιγμή. Διότι, με όλα τα άλλα τα οποία έχαψαν, αλλά αποδείχθηκε ότι ο Μαμντάνι δεν μπορούσε να υλοποιήσει και το ήξερε, οι συγκεκριμένοι έκαναν μια τεράστια έκπτωση, η οποία θα μείνει για πάντα ως μια μαύρη σελίδα στην ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Νέας Υόρκης, η παρουσία της οποίας είναι ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της κουλτούρας της πόλης.
Ο Μαμντάνι χρησιμοποιεί το αξίωμά του ως δήμαρχος της πόλης με τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα εκτός Ισραήλ ως μεγάφωνο συστηματικής «αντιισραηλινής» εκστρατείας. Τα εισαγωγικά, διότι δεν πρόκειται για κριτική σε μια ισραηλινή κυβέρνηση —αυτό είναι απολύτως θεμιτό— αλλά για αμφισβήτηση της ίδιας της εβραϊκής κρατικής υπόστασης.
Μαζί, και μια συγκεκαλυμμένη καλλιέργεια του αντισημιτισμού, με τους Εβραίους να βαφτίζονται «σιωνιστές» και τους «προοδευτικούς», χέρι χέρι με τους ισλαμιστές, τους υποστηρικτές της παλαιστινιακής τρομοκρατίας, να μπλοκάρουν από συναγωγές και καταστήματα Εβραίων μέχρι και να χτυπούν πολίτες με εμφανή εβραϊκά διακριτικά.
Η ατζέντα του δεν είναι κρυφή. Έχει χαρακτηρίσει το παλαιστινιακό «κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς» του, συνίδρυσε παράρτημα του Students for Justice in Palestine (το οποίο χαρακτήρισε την 7η Οκτωβρίου «ιστορική νίκη της παλαιστινιακής αντίστασης»), υποστηρίζει το BDS και αρνείται να αναγνωρίσει δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους.
Και αυτά δεν είναι καν τα χειρότερα.
Την επομένη της σφαγής της 7ης Οκτωβρίου εξέδωσε ανακοίνωση που θρηνούσε… γενικώς τους νεκρούς «στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη», χωρίς να κατονομάζει τη Χαμάς, και πέρασε αμέσως στην «κατοχή» και το «απαρτχάιντ».
Αργότερα, υπό πίεση, χαρακτήρισε την επίθεση της Χαμάς «φρικτό έγκλημα πολέμου». Δεν υπήρχε κανένας πόλεμος, όμως, την 7η Οκτωβρίου, ούτε η Χαμάς ήταν στρατός ή εκπροσωπούσε την όποια δομή, πλην αυτού που πραγματικά είναι: μια κτηνώδης, τζιχαντιστική τρομοκρατική οργάνωση. Ακόμα και αυτό ενείχε το στοιχείο της αιτιολόγησης.
Τον Οκτώβριο του 2025 απέφυγε αρχικά να πει εάν η Χαμάς πρέπει να αφοπλιστεί και το δέχθηκε την επόμενη ημέρα, σε ντιμπέιτ. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται. Αρνήθηκε να καταδικάσει το σύνθημα «Globalize the Intifada», ένα κάλεσμα σε τρομοκρατικές ενέργειες, προτίστως εναντίον Εβραίων, λέγοντας ότι ο δήμαρχος δεν αστυνομεύει τη γλώσσα, και μόνο μετά την κατακραυγή υποσχέθηκε να το «αποθαρρύνει».
Όταν εμφανίστηκαν σημαίες της Χεζμπολάχ σε επεισόδια έξω από συναγωγή, η αποδοκιμασία του ήταν τόσο γενικόλογη, ώστε χρειάστηκε εκπρόσωπός του να διευκρινίσει αργότερα ότι ο όρος «τρομοκρατικές οργανώσεις» περιλάμβανε και τη Χεζμπολάχ. Για το Ισραήλ, αντιθέτως, οι λέξεις «γενοκτονία» και «εγκληματίας πολέμου» βγαίνουν χωρίς δισταγμό και χωρίς καν κάτι τέτοιο να έχει στοιχειοθετηθεί ακόμα.
Και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί κάποια μυστική ισλαμιστική συνωμοσία. Ούτε καν να ανατρέξει κανείς στις σχέσεις του με ισλαμιστές στη Νέα Υόρκη και τη χρηματοδότησή του από αυτούς. Η πραγματικότητα είναι πιο απλή και, ίσως, πιο επικίνδυνη: ο Μαμντάνι λειτουργεί ως γέφυρα μέσω της οποίας η προπαγάνδα των ισλαμιστών ξεπλένεται στη γλώσσα της ριζοσπαστικής αμερικανικής Αριστεράς. Η τρομοκρατία γίνεται «αντίσταση», η αυτοάμυνα «γενοκτονία» και τα συνθήματα της εποχής των βομβιστών αυτοκτονίας βαφτίζονται αγώνας πολιτικών δικαιωμάτων.
Το περιβάλλον γύρω του συμπληρώνει την εικόνα. Η σύζυγος του δημάρχου, Ράμα Ντουάζι, είχε αναδημοσιεύσει υλικό που εξυμνούσε τις τρομοκράτισσες της PFLP, Leila Khaled και Shadia Abu Ghazaleh, καθώς και ανάρτηση που έλεγε «Fuck Tel Aviv» και ότι η πόλη «δεν θα έπρεπε να υπάρχει».
Έκανε «like» σε αναρτήσεις που εξυμνούσαν τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου ως «αντίσταση», αλλά και σε ανάρτηση που χαρακτήριζε τις αποδειχθείσες πλέον καταγγελίες για μαζικούς βιασμούς Ισραηλινών γυναικών: «απάτη».
Όταν αργότερα πιέστηκε, απολογήθηκε για προσβλητικό λεξιλόγιο άλλων παλαιών αναρτήσεων, αλλά δεν απολογήθηκε ποτέ γι’ αυτά. Οι πράξεις μιας συζύγου δεν καταλογίζονται αυτομάτως στον σύζυγο· φανερώνουν, όμως, πολλά για τις αντιλήψεις και τις πράξεις του «χαρισματικού» δημάρχου και συζύγου της, ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, περίπου διέγραψε τις προάλλες τόσο την ιταλική όσο και την ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης.
Μια πρακτική στην οποία η σφαγή αποκτά… χαριτωμένες διαστάσεις και ο Ισραηλινός παρουσιάζεται ως κτήνος, την ώρα που από πίσω περνούν οι τρομοκρατικές οργανώσεις, το απάνθρωπο καθεστώς του Ιράν και όλα τα άλλα για τα οποία ο Μαμντάνι δεν μιλά ποτέ.
Και, με όσα λέει, ευτυχώς που δεν μιλά!
Το τελευταίο του φιάσκο με τη «σύλληψη» Νετανιάχου ήταν ο πλέον χυδαίος λαϊκισμός των ημερών του, αφού γνώριζε, πρώτον, ότι δεν διέθετε τέτοια εξουσία και, δεύτερον, ότι οι ΗΠΑ δεν είναι μέλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου —σ.σ. ο επίσης μουσουλμάνος εισαγγελέας που εξέδωσε το διάταγμα διώκεται για σεξουαλικά αδικήματα— και, ως εκ τούτου, είναι παράνομη, με νόμο του 2002, η σύλληψη οιουδήποτε με βάση τέτοιο ένταλμα.
Άλλωστε, πριν από αυτό, είχε γίνει ο πρώτος δήμαρχος από το 1965 που μποϊκόταρε την ετήσια παρέλαση για το Ισραήλ, στην οποία, μαζί με 50.000 Νεοϋορκέζους, παρέλασε και ο… Μπεζαλέλ Σμότριτς, ο ακροδεξιός υπουργός Οικονομίας του Νετανιάχου, υπό την προστασία της ίδιας της αστυνομίας του Μαμντάνι.
Αυτός είναι ο Μαμντάνι: ένας αδίστακτος λαϊκιστής που παριστάνει τον παγκόσμιο εισαγγελέα. Ένας τοξικός αντισημίτης και, κυρίως, ένα προϊόν γελοίο — αλλά και επικίνδυνο, επειδή η παράστασή του προσφέρει στους ισλαμιστές και την άκρα Αριστερά κάτι πολύ χρησιμότερο από μια ακόμη διαδήλωση: το Δημαρχείο της Νέας Υόρκης.