«Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω, λουΐζα και βασιλικό, μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω και τι να πρωτοθυμηθώ…». Με τους στίχους αυτούς αρχίζει το ποίημα του Ελύτη, «Μαρίνα», από «Τα Ρω του Έρωτα». Με αυτό ξεκίνησε και η δική μου σχέση με την ποίηση, εφόσον υπήρξε το πρώτο ποίημα που διάβασα, όχι πια ως εξεταστέα ύλη των Νέων Ελληνικών όταν αναγκαζόμασταν στο σχολείο να αποστηθίσουμε ποιήματα και την ερμηνεία τους, λες και επρόκειτο για ιστορία ή γεωγραφία, μόνο και μόνο για να πιάσουμε καλούς βαθμούς.
Η ποίηση θα έπρεπε να διαβάζεται χωρίς υποσημειώσεις και παραπομπές, γιατί είτε μιλάει στην ψυχή και κατακλύζει το είναι σου, προκαλώντας αυτή τη «μέθεξη» είτε όχι. Ας πασκίζουν οι φιλόλογοι να παραθέτουν συμβολισμούς, πάλι μάταιο θα είναι, αν δεν αγγίζει απευθείας την καρδιά του αναγνώστη. Μάταιες κι οι αναλύσεις που διδάσκονται ώστε να ικανοποιήσουν τα κριτήρια των εξεταστών και τα πλαίσια των σωστών απαντήσεων. Λες και χωράει η ποίηση σε καλούπια και σε τετράγωνα, όπως οι μαθηματικοί τύποι.
Ο Ελύτης γράφει στο δοκίμιο με τίτλο «Η μέθοδος του άρα»: «Το τρανζίστορ μας ναι αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε σβήσε. Όλα γίνεται να τα λύσεις και να τα επανασυνδέσεις, εκτός από τα λόγια που έγραψε ο ποιητής… Και ο ίδιος, εάν κληθεί να δοκιμάσει, θ’ αποτύχει. Τον ακολουθούν οι προθέσεις του, που, αυτές, ενόσω ακόμη έγραφε, τον είχαν εγκαταλείψει χωρίς να το καταλάβει, για ν’ αφήσουν τη θέση τους σε άλλες, δοσμένες άγνωστο από πού και κλειδωμένες μέσα στο τελικό αποτέλεσμα με μιαν ευλογοφάνεια που κάνει και τον ίδιον ν’ απορεί. Την αδεξιότητά του, που εντούτοις ευστόχησε, δεν μπορεί παρά να τη δικαιολογήσει με κάποιο ψέμα. Εκ των υστέρων, όλοι οι ποιητές, εξηγώντας τα ποιήματά τους, λένε ψέματα.» Και συνεχίζει, πως «Το διδακτικό προσωπικό των λυκείων και των πανεπιστημίων είναι σε θέση να μας πληροφορήσει με πάσαν ακρίβεια ποιες και πόσες παραλλαγές από κάθε στίχο του Σολωμού υπάρχουν. Να μας πει όμως για ποιο λόγο συνιστά ποίηση “της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι”, ποτέ. Ούτε θα ήτανε δυνατόν…».
Ένα πρωινό, άκουσα μια γυναίκα να σιγοτραγουδά «Μαρίνα πράσινο μου αστέρι, Μαρίνα φως του αυγερινού». Κοντοστάθηκα και την είδα κάτω από την κληματαριά ενώ το λευκό φεγγερό της γιασεμί ευωδίαζε στην αυλή της. Προφανώς δεν γνώριζε το όνομα του ποιητή, ίσως ούτε πως το τραγούδι το είχε μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος διάνθισε την καθημερινότητά μας με ποίηση, με τον πιο απλό και άμεσο τρόπο. Το ίδιο έπραξαν και ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Νίκος Ξυδάκης και τόσοι άλλοι έλληνες συνθέτες.
Η ηλικιωμένη γυναίκα που με μεθοδικές κινήσεις έφτιαχνε ανθούς στο φως του πρωινού, με μια χάρη λες και έκανε κέντημα, μου παρουσιάστηκε ως μια άλλη Μαρίνα. Πρέπει να υπήρξε όμορφη στα νιάτα της. Δεν γνωρίζω πόσο αγάπησε, πόσο αγαπήθηκε, «τι πόθους και τι πάθη» πέρασε στη ζωή της. Το μεράκι όμως με το οποίο έκανε αυτή τη μικρή καθημερινή πράξη ρουτίνας, τραγουδώντας, της προσέδιδε μια μεγαλοσύνη και συνάμα μια ποιητικότητα και ιερότητα. Όπως μια βυζαντινή εικόνα Παναγιάς, που συναντούμε σ’ ένα ερημοκλήσι και σκύβουμε να την προσκυνήσουμε ή να της ανάψουμε ένα κερί.
Θα μπορούσε ακόμη να ήταν ένα εικαστικό έργο σύγχρονης τέχνης, που ενώ δεν αντιλαμβανόμαστε πλήρως τι έχει να μας πει, μας συγκινεί και μας αναστατώνει. Αυτή είναι η τέχνη της ποίησης. Να βρίσκεις στα απλά, τα μικρά και τα καθημερινά, μεγάλες συγκινήσεις και να τα ζεις ως μεγαλοπρεπείς στιγμές. Για όσους βέβαια δεν συγκινούνται με τη Μαρίνα του Ελύτη, υπάρχουν πλέον η μαρίνα της Λεμεσού, της Λάρνακας και της Αγίας Νάπας. Εκεί όπου καταφέραμε να αλυσοδέσουμε τη θάλασσα, αφήνοντας αχαλίνωτη τη φαντασία μας. Όχι τη δημιουργική φαντασία, αλλά αυτήν που αλλιώς λέγεται μεγαλομανία και αρχοντοχωριατισμός.
Στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρινούδας έγινε όπως κάθε χρόνο ο Εσπερινός και τώρα περνά από την οδό Αγίου Ανδρέου μια κατανυχτική λιτανεία. Οι λαμπάδες και τα κεριά λιώνουν μες στο λιοπύρι. Η ταινία γυρίζει πίσω, είκοσι πέντε χρόνια πριν όταν την ακολουθούσαμε με τα κοριτσάκια μου, νήπια ακόμη. Το καρούλι της ταινίας, αφού τότε ο χρόνος ήταν ακόμη κυκλικός, πάει ακόμη μισό αιώνα πίσω. Η μητέρα, η γιαγιά, η αδελφή κι εγώ να προσκυνούμε, να περνούμε κάτω από τις εικόνες. Μυρωδιές από κερί και ιδρώτα, από το λάδι που καίει στα καντήλια, τις κούπες και τους λοκμάδες που τηγανίζουν στο πανηγύρι. Το ροζ παμπάτζ̆ι και το παγωτό λιώνουν πάνω μας αφήνοντας ροζ λεκέδες στα κάτασπρα μας ρούχα. Πίσω στο σπίτι με νανουρίζει η γιαγιά, ακούω τη φωνή της να μου σιγοτραγουδά όπως τόσα άπειρα, αιώνια βράδια:
Αγιά Μαρίνα τζ̆αι τζ̆υρά / που ποτζ̆οιμίζεις τα μωρά
ποτζ̆οίμησ’ το κορούδιν μου / το πιο γλυτζ̆ύν τραούδιν μου
Έπαρ’ το πέρα, γύρισ’ το / τζ̆ει πούσ̆ει γάργαρα νερά
τζ̆αι στράφου πίσω φέρ’ μου το
Να δει τα δέντρη πως αθθούν / τζ̆αι τα πουλιά πως τζ̆ελαδούν
τζ̆αι Παναγία Δέσποινα / που ποτζ̆οιμίζεις τα μωρά
νάννι ναννά ναννούδκια του / τζ̆ι ύπνον εις τα μματούδκια του.