Εντάξει, το καταλάβαμε όλοι. Άλλωστε το είπε ο Πρόεδρος καμιά εκατοστή φορές, μην μας διαφύγει. Ακόμα και στους υπουργούς του προχτές πριν την έναρξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Το ότι με δικές του προσπάθειες πέτυχε κινητικότητα μετά από χρόνια αδράνειας.

Είναι γεγονός και του αναγνωρίζεται. Και με την επίσκεψη Γκουτέρες, αλλά και με την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έστω κι αν η τουρκική πλευρά δεν επιτρέπει να έχει θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό είναι πιο σημαντικό από την επίσκεψη του Γκουτέρες.

Ειδικά η δήλωση του Ειδικού Απεσταλμένου της ΕΕ, Ραφαέλε Φίτο, ότι η ΕΕ στέλνει με τον διορισμό του ένα πολύ ξεκάθαρο μήνυμα, ότι η Ένωση επιθυμεί να εργαστεί και να συμμετέχει με πολύ σημαντικό ρόλο στη διαδικασία των ΗΕ, γιατί, όπως είπε, «είναι πολύ σημαντικό για μας να συμβάλουμε θετικά στη διαδικασία».

Είναι πιο σημαντικό γιατί αν υπάρχει ελπίδα να πεισθεί ή να πιεστεί η Τουρκία να κάνει τα θετικά βήματα που χρειάζονται είναι μέσω της ΕΕ, που θα γίνει. Κι εδώ πρέπει να επενδύσουμε. Μέσω του ΟΗΕ δεν υπάρχει ελπίδα πια.

Μετά την κινητικότητα, όμως, που έφερε η επίσκεψη Γκουτέρες, τι; Παρακάτω τι γίνεται; Διότι, κάποια στιγμή πρέπει να σταματά η εσωτερική κατανάλωση και να αρχίσουμε να μετράμε την ουσία. Η οποία σε αυτή την περίπτωση είναι ότι η επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα, ιστορική μεν, αλλά έμοιαζε λίγο με ένα ευχάριστο χάπενινγκ και τίποτε άλλο. Ωραία, είναι σημαντικό ότι δεν σφύριξε τη λήξη των προσπαθειών του. Δεν μας είπε «καλή τύχη» αυτή τη φορά, μας είπε να συνεχίσουμε τις προσπάθειες και θα μας συμπαρασταθεί.

Αλλά, μιλάμε για τις ίδιες προσπάθειες που προηγήθηκαν με την απεσταλμένη του, Ολγκίν, και θα συνεχιστούν ακόμα μερικούς μήνες. Χωρίς προοπτική. Ναι, το λέω με πάσα επίγνωση. Δυστυχώς, ακόμα και με την παρουσία του Γενικού Γραμματέα στον τόπο του εγκλήματος, το έγκλημα παραμένει ασαφές. Δεν υπήρξε καμιά απολύτως ένδειξη ότι υπάρχει η όποια προοπτική για να προχωρήσουν σοβαρές διεργασίες προς την κατεύθυνση της λύσης. Ή, έστω, της επανέναρξης των συνομιλιών χωρίς να επικρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας η δαμόκλειος σπάθη της αποδοχής των τουρκικών όρων για διαπραγμάτευση στη βάση των δύο κρατών με την όποια μορφή, ακόμα και τη συνομοσπονδιακή.

Βλέπω διάφορους, σοβαρούς αναλυτές, αλλά και κομπογιαννίτες του Κυπριακού, ημιμαθείς και επιπόλαιους, να προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα: πού βρισκόμαστε μετά την επίσκεψη Γκουτέρες. Πολλοί από αυτούς είναι οι ίδιοι που είχαν δημιουργήσει άλλες προσδοκίες –ψευδαισθήσεις ξανά– διότι δεν σκέφτονται με βάση τα γεγονότα αλλά με βάση του πως θα ήθελαν να είναι τα γεγονότα. Μέχρι και ότι ερχόταν σχέδιο μας έλεγαν. Οι υποβολείς των ιδεών της Ολγκίν ή και όσοι είδαν σενάρια αποκεντρωμένης και χαλαρής ασάφειας σε βρετανική εφημερίδα και άρχισαν να κτυπούν καμπάνες για το σχέδιο που έρχεται.

Αν κρίνεις με πραγματικά δεδομένα χρειάζεται μόνο κοινή λογική για να ξέρεις  ότι βρισκόμαστε στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και πουθενά αλλού. Και ούτε καν στα ΜΟΕ «τα οποία μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινή ζωή όλων των Κυπρίων», όπως έλεγε ο Γκουτέρες. Αλλά σε αυτά, που δημιουργούν και βαθαίνουν τη συνεργασία μεταξύ δυο γειτονικών οντοτήτων. (Δύο οντότητες, λένε οι Τούρκοι όταν θέλουν να αποφύγουν, για λόγους διπλωματικών σκοπιμοτήτων, να μιλήσουν για δύο κράτη). Γι΄ αυτό και σχολιάζοντας την επίσκεψη Γκουτέρες το υπουργείο του Φιντάν ανακοίνωσε ότι δεν υπάρχει έδαφος για λύση, αλλά υπάρχει έδαφος για «πρόοδο σε συγκεκριμένους τομείς συνεργασίας» η οποία θα συμβάλει «στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων».

Ενδιαφέρει τους Τούρκους η οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αν είναι δυνατό! Ένα σιχτίρισμα τους πάει εδώ, αλλά Θου, Κύριε… Αν τους ενδιέφερε θα είχαν δεχθεί έστω την πρόταση του Γκουτέρες να ανοίξει οδόφραγμα στη Μια Μηλιά, που τόσο πολύ επιδιώκουν, και να ανοίξει ταυτόχρονα δρόμος Αθηένου – Αγλαντζιά να διευκολυνθούν ένα σωρό Ελληνοκύπριοι. Τους έδωσε τρίτη εναλλακτική επιλογή δρόμου προχτές αλλά την απέρριψαν κι αυτή.

Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως η κινητικότητα, που επιδίωξε ο Πρόεδρος και όλη η πολιτική ηγεσία, οδηγεί ξανά υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών στη βελτίωση των σχέσεων δύο γειτονικών οντοτήτων και όχι στην απαλλαγή της Κύπρου από την τουρκική ομηρία. Είναι κατεπείγον να αντιμετωπιστεί αυτό, να αποτραπεί, αλλιώς σύντομα θα καταγραφεί κι αυτό στο διαπραγματευτικό κεκτημένο!