Ποια είναι η μεγαλύτερη απειλή για ένα μεγάλο έργο; Να τραγουδιέται υπερβολικά ή να πάψει να τραγουδιέται;
Ας υποθέσουμε ότι ο Μαξ Μπροντ είχε σεβαστεί μέχρι κεραίας την τελευταία επιθυμία του Φραντς Κάφκα. Ότι είχε ανοίξει το συρτάρι, είχε συγκεντρώσει τα χειρόγραφα και τα είχε παραδώσει στις φλόγες, όπως του είχε ζητήσει ο συγγραφέας. Η ανθρωπότητα θα είχε στερηθεί τη «Δίκη», τον «Πύργο», την «Αμερική» αλλά και τα ημερολόγια του Κάφκα και θα ήταν φτωχότερη χωρίς καν να γνωρίζει τι είχε χάσει. Η λέξη «καφκικός» πιθανότατα να μη χρησιμοποιούνταν, αλλά ο κόσμος θα ήταν ακόμη πιο καφκικός.
Κάτι ανάλογο φημολογείται παραδοσιακά ότι συνέβη με την «Αινειάδα» του Βιργίλιου.
Στην ταινία του Ντάνι Μπόιλ «Yesterday» (2019), ένα παγκόσμιο μπλακάουτ σβήνει τους Beatles από τη συλλογική μνήμη. Κανείς δεν θυμάται ότι υπήρξαν, το αποτύπωμά τους εξαφανίζεται και μόνο ένας άνθρωπος θυμάται τα τραγούδια τους. Ο πλανήτης συνεχίζει να γυρίζει, αλλά είναι διαφορετικός, λειψός.
Πώς θα έμοιαζε άραγε ο κόσμος χωρίς κάποια έργα που θεωρούμε αυτονόητα; Ή, αντίστροφα, πώς θα έμοιαζε αν είχαν σωθεί θαυμαστά έργα που από σύμπτωση πέρασαν πράγματι στη λήθη, όπως λ.χ. οι χαμένες τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, ή τα ποιήματα της Σαπφούς;
Μετά τον θάνατο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, μεγάλο μέρος του έργου του είχε πέσει σε σχετική αφάνεια για πάνω από μισό αιώνα μέχρι οι εκτελέσεις του Μέντελσον να πυροδοτήσουν μια μεγάλη αναβίωση του ενδιαφέροντος. Αντίστοιχα, μετά τον θάνατο του Αντόνιο Βιβάλντι (που στην ακμή του ήταν ο απόλυτος σταρ αλλά η δόξα του ξεθώριασε και πέθανε στην ψάθα στη Βιέννη) το έργο του πέρασε στη λήθη για σχεδόν δύο αιώνες και «ανακαλύφθηκε» ξανά στις αρχές του 20ού αιώνα.
Εσείς μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς Μάνο Χατζιδάκι; Έναν κόσμο όπου ο «Γιάννης ο φονιάς», ο «Εφιάλτης της Περσεφόνης», η «Αθανασία», το «Αστέρι του βοριά» θα απαγγέλλονται και δεν θα τραγουδιούνται; Το σίγουρο είναι ότι ο Χατζιδάκις δεν κινδυνεύει από κάποια πυρά. Μάλλον, από το «ψυγείο» κινδυνεύει. Η προστασία, η διαφύλαξη ενός μεγάλου έργου είναι κάτι αναγκαίο. Η ασφυκτική του επιτήρηση, όμως, κινδυνεύει να πετύχει το αντίθετο αποτέλεσμα: να το απομακρύνει από το κοινό που το κρατά ζωντανό.
Το 2026 έχει οριστεί ως «Έτος Χατζιδάκι», αλλά πόσοι το ένιωσαν; Το 2025, όταν συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση τόσο του Μίκη όσο και του Μάνου, ήταν «Έτος Θεοδωράκη». Κι αυτό ίσως να πέρασε λίγο στο ντούκου, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: η μουσική και τα τραγούδια του Θεοδωράκη, εντελώς απελευθερωμένα από δικαιώματα με βάση τη φιλοσοφία ανοικτής διάδοσης του ιδίου, ακούγονται συνεχώς και παντού. Σε σημείο να μην καταλαβαίνουμε τη διαφορά.
Ενδεικτικά, θα αναφέρω ότι μόνο το τρέχον 2026 -«Έτος Χατζιδάκι»- παρευρέθηκα σε τουλάχιστον τρεις ζωντανές μουσικές παραστάσεις με έργα Θεοδωράκη: με χορωδία, με ορχήστρα, σε στιλ μπουάτ. Αντίθετα, δεν έχω υπόψη οποιαδήποτε αντίστοιχη με έργα Χατζιδάκι, εντός ή εκτός του «κανόνα» του επίσημου προγράμματος, το οποίο προφανώς είναι απολύτως ελεγχόμενο από τον θεματοφύλακα των πνευματικών του δικαιωμάτων.
Δεν ξέρω αν θα γίνουν και στην Κύπρο το επόμενο εξάμηνο κάποιες ψηλομύτικες συναυλίες, ημερίδες, ακαδημαϊκές εκδηλώσεις. Ξέρω όμως ότι μια χορωδία δεν μπορεί να ερμηνεύσει έργα του σε δημόσια συναυλία, ένας 17χρονος δεν μπορεί να ανεβάσει βίντεο στο Youtube όπου να τραγουδάει τον «Κεμάλ», ενώ όποιος επιθυμεί να μοιραστεί ζωντανά ένα αφιέρωμα αισθάνεται ότι βαδίζει σε ναρκοπέδιο.
Στο τέλος, θα φοβόμαστε να τραγουδάμε Χατζιδάκι και στο μπάνιο, μη μας ακούσει κανείς κι έχουμε ντράβαλα.
Για ευνόητους λόγους δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, αλλά είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι τον τελευταίο χρόνο εμβληματικός ερμηνευτής/ ερμηνεύτρια και συνοδοιπόρος του Χατζιδάκι έθεσε στο κοινό ως προϋπόθεση να κλείσουν εντελώς τα κινητά και να υποσχεθούν όλοι ότι δεν θα διαδοθεί καθόλου, προκειμένου να δεχτεί να ερμηνεύσει στη ζούλα 2-3 τραγούδια του.
Αδιανόητα πράγματα, λες και ζούμε σε κάποιο καθεστώς. Πώς ξαναφτάσαμε στο σημείο να χρειάζεται συνωμοτικότητα για ν’ ακουστεί ένα τραγούδι; Αυτό δεν προβληματίζει τον θεματοφύλακα;
Κανείς δεν αμφισβητεί τα δικαιώματα του νόμιμου διαχειριστή, ούτε και το καθήκον του να προστατεύει το έργο από την εκμετάλλευση, από χυδαίες εμπορικές χρήσεις, παραποιήσεις και αλλοιώσεις. Ναι, τα έργα ανήκουν στον λαό, αλλά η νομοθεσία που απορρέει από τον λαό προβλέπει ότι δεν πρέπει να υπονομεύεται και η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το ευρωπαϊκό και ελληνικό δίκαιο προβλέπουν ότι τα περιουσιακά δικαιώματα διαρκούν για 70 χρόνια μετά τον θάνατο του δημιουργού και ο δικαιούχος μπορεί να εγκρίνει ή να αρνηθεί συγκεκριμένες χρήσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 2064 για να τραγουδάμε Χατζιδάκι με την ησυχία μας. Έλεος, κάπου.
Η μεγαλύτερη επιτυχία και το κύριο καθήκον ενός κληρονόμου και θεματοφύλακα -που είναι προσωρινός διαχειριστής κι όχι ιδιοκτήτης- δεν είναι να διατηρήσει το έργο αλώβητο, αλλά να το παραδώσει στην επόμενη γενιά παλλόμενο. Εδώ μιλάμε σχεδόν για μουσειοποίηση. Ο Χατζιδάκις αντιμετωπίζεται σαν πολύτιμο έκθεμα πίσω από μια γυάλινη προθήκη, άψογα διατηρημένο, αλλά όχι πραγματικά ζωντανό.
Όταν κάποιος που του έχουν εμπιστευθεί μια τόσο μεγάλη ευθύνη χρησιμοποιεί το δικαίωμα της άρνησης τόσο συστηματικά ώστε να αποθαρρύνει τη συνάντηση του έργου με το κοινό, ίσως απέκτησε έναν ρόλο που υπερβαίνει τις προθέσεις εκείνου που τον επέλεξε. Όσο κι αν γνωρίζουμε ότι ο Χατζιδάκις ήταν αυστηρός με την αισθητική του και δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του όταν θεωρούσε ότι κακοποιείται το έργο του.
Ποια είναι η μεγαλύτερη απειλή για ένα μεγάλο έργο; Να τραγουδιέται υπερβολικά ή να πάψει να τραγουδιέται; Ένα αριστούργημα παραμένει αριστούργημα επειδή αντέχει στις ερμηνείες, όχι επειδή τις αποφεύγει.
Παρά τις τεράστιες τεχνολογικές και πολιτισμικές εξελίξεις, αποτελεί κανόνα ότι κανένα σπουδαίο έργο δεν επιβιώνει μόνο του. Χρειάζεται ανθρώπους που θα το ξανασυστήσουν στο κοινό. Τα ανθρώπων έργα δεν διατηρούνται επειδή φυλάσσονται, αλλά επειδή διακινούνται.
Ελεύθερα, 2.8.2026