Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο πρωινό του Δεκαπενταύγουστου του 1974 μας βρήκε μέσα στη λεκάνη μιας λεμονιάς λίγο έξω από την Ορμήδεια. Ξεσπιτωμένοι από το προηγούμενο μεσημέρι όταν φύγαμε άρον-άρον. Ήταν η τελευταία φορά στο πατρικό μου. Μπήκαμε μέσα με την μάνα μου για ένα δεκάλεπτο να πιάσει κάποια πράγματα γιατί έπρεπε να φύγουμε να γλυτώσουμε.
Κοίταξα ένα δύο παιχνίδια αφημένα στο έδαφος από το προηγούμενο βράδυ. Σκέφτηκα προς στιγμή να πιάσω ένα μαζί μου. Στη μάχη λογικής (άστο και θα το βρεις μετά) και ενστίκτου (πάρε το να το έχεις) μάλλον επικράτησε η λογική.
Σήμερα, 52 χρόνια μετά, ό,τι και να λεχθεί είναι εκ των υστέρων και με τη μεσολάβηση μιας τεράστιας απόστασης από τα γεγονότα. Εκεί πάνω στο φόβο και την αγωνία, βγήκαμε έξω, η μάνα μου κλείδωσε την εξώπορτα και φύγαμε προς το άγνωστο.
Εκεί έκλεισε — χωρίς να το ξέρω τότε — η ζωή μου μέσα στο πατρικό μου. Ποτέ ξανά μέσα…
Εκείνη η μοναδική αίσθηση που αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος είτε μεγαλώνοντας μέσα στο πατρικό του σπίτι είτε πολύ περισσότερο κάθε φορά που επιστρέφει σ’ αυτό και η κάθε γωνιά του θυμίζει και κάτι από την παιδική του ηλικία, χάθηκε μαζί με το σπίτι.
Φτιάξαμε μετά νέο σπίτι στη Δρομολαξιά, προσφυγικό, σε συνοικισμό αυτοστέγασης, κι ύστερα έχτισα το δικό μου. Καμία τέτοια αίσθηση όσο κι αν έζησα σ’ αυτά τα τελευταία 52 χρόνια.
Ξέρω πως στο σπίτι που έζησα τα πρώτα εφτά χρόνια της ζωής μου δεν θα ξαναζήσω… δεν θα ξαναμπώ μέσα σ’ αυτό ποτέ.
Έχοντας περάσει μέρες… γράφοντας για το Κυπριακό, μια ανίερη συμμαχία λογικής, ενστίκτου και αντίληψης της πραγματικότητας καταλήγει σ’ αυτό το κοινό συμπέρασμα.
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες, οι μήνες χρόνια. Η επιστροφή δεν έλεγε ποτέ να έρθει. Το μήνυμα που όλοι περίμεναν από το ραδιόφωνο, ότι θα επέστρεφαν στα σπίτια τους, δεν το άκουσαν ποτέ.
Οι γέροι έφυγαν πρώτοι, μετά οι μεσήλικες, μετά οι νεότεροι… Είδα παππούδες, γιαγιάδες, συγγενείς, γνωστούς κι αγνώστους να φεύγουν με την πίκρα της προσφυγιάς που τους έτρωγε τα σωθικά, τους διέλυσε την ψυχή.
Με απόσταση «χρονικής ασφάλειας» πέντε δεκαετιών και τις γνώσεις της πρώτης γραμμής στο Κυπριακό, η προσέγγιση μπορεί να καθίσταται διαφορετική, πιο ψυχρή και ωμή.
Αλλά ποιος θα μπορεί ακόμα και σήμερα ή θα μπορούσε να στερήσει στον οποιονδήποτε το δικαίωμά του να ελπίζει σε κάτι καλύτερο; Εξάλλου ο άνθρωπος, φτωχός ή πλούσιος, όλη του τη ζωή ελπίζει σε κάτι καλύτερο. Για τον πρόσφυγα του 1974 το χειρότερο το έζησε ήδη. Δεν υπάρχει κάτι άλλο.
Ελπίζει στην επιστροφή.
Εγώ πάλι από την άλλη ξεροκέφαλος κοιτάζω και βλέπω ένα δρόμο που δεν οδηγεί σε επιστροφή. Ξέρω πως όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα – εάν μπορεί όντως να υπάρξει τέτοιο – επιστροφή δεν θα υπάρξει για όσους θα ζούμε μέχρι τότε. Αυτό στο οποίο θα καταλήξουμε δεν θα είναι παρά μια πολιτική διευθέτηση, που να βελτιώνει την ειρηνική συμβίωση στο νησί. Ο διαχωρισμός επί του εδάφους όμως, δεν βλέπω να αλλάζει είτε υιοθετηθεί η μια είτε η άλλη μορφή λύσης.
Αλλά ποιος είμαι εγώ, επειδή η δική μου λογική και το δικό μου ένστικτο το λένε, να πω σε κάποιον να μην ελπίζει σε κάτι. Απλά εγώ ξέρω ότι από την πόρτα εκείνου του σπιτιού που βγήκα στις 14 Αυγούστου 1974 δεν θα ξαναμπώ…