Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤα όσα δήλωσε, πριν από τρεις μέρες, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως λεκτικό ολίσθημα. Πολύ σοβαρό μεν, λεκτικό ολίσθημα δε, για έναν άνθρωπο ο οποίος είναι 80 ετών, δεν είναι διπλωμάτης, δεν είχε σχέση με τη διπλωματία ή την πολιτική και το μοναδικό του προσόν για τα αξιώματα αυτά ήταν η προσωπική του σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και κάτι δισεκατομμύρια στην τράπεζα.
Λίγοι θα του έδιδαν έστω και αυτό το «δικαίωμα της αμφιβολίας», κατά την προσφιλή έκφραση του αγγλόφωνου κόσμου. Και αυτοί οι λίγοι —τουλάχιστον στην Ιερουσαλήμ και στην Ουάσινγκτον— έγιναν σίγουρα λιγότεροι μετά από δύο νέα περιστατικά του είδους σε δύο ημέρες.
Πρώτα, χαρακτήρισε την ισραηλινή επίθεση στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη Συρία «αχρείαστη κλιμάκωση». Έπειτα, υποστήριξε ότι το Ισραήλ ίσως προσπάθησε να παρασύρει την Τουρκία σε στρατιωτική αντίδραση, ώστε η ένταση να εξυπηρετήσει την κυβέρνηση Νετανιάχου ενόψει εκλογών. Το τελευταίο ήταν εντελώς εκτός διπλωματικής τάξης, όχι μόνο δεδομένης της σχέσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά κυρίως επειδή ήταν μια εξαιρετικά σοβαρή κατηγορία για τον στενότερο σύμμαχο της Ουάσινγκτον, η οποία μάλιστα βασίστηκε αποκλειστικά σε εκτιμήσεις.
Πολύ περισσότερο όταν δύο Σύροι αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι τουρκική αντιπροσωπεία είχε επισκεφθεί τη βάση μόλις μία ημέρα πριν από την επίθεση, διαψεύδοντας την Άγκυρα και εκθέτοντας τον ίδιο τον Τομ Μπάρακ, ο οποίος υιοθέτησε —και πάλι χωρίς δεύτερη σκέψη— τη γραμμή του «Ακ Σαράι».
Το Ισραήλ υποστήριξε με στοιχεία ότι η Τουρκία ετοιμαζόταν να αναπτύξει στη βάση στρατιωτικές δυνατότητες, οι οποίες θα περιόριζαν δραστικά την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας στη Συρία. Οι προσπάθειες της Άγκυρας είναι γνωστές τοις πάσι, ο δε Μπάρακ έχει αναγνωρίσει τη σημασία αυτού του εναέριου χώρου για τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Κι όμως, αντιμετώπισε την τουρκική στρατιωτική εδραίωση περίπου ως τεχνική λεπτομέρεια και την ισραηλινή αντίδραση ως το πραγματικό πρόβλημα.
Συν τοις άλλοις, είναι πια ξεκάθαρο πως, μετά από μια σειρά κινήσεων που είχαν προηγηθεί και οι οποίες είχαν επίσης αποδοθεί σε προεκλογικά κόλπα του Νετανιάχου, η δημοτικότητα του Ισραηλινού πρωθυπουργού συνέχισε να πέφτει, φτάνοντας μετά το περιστατικό στο χαμηλότερό της σημείο.
Η κοινωνία του Ισραήλ, η πιο πολιτικοποιημένη αλλά και εξοικειωμένη με τα της άμυνας σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο ούτε, βέβαια, πείθεται από τέτοιες κινήσεις. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ακόμη και αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ είτε προσπέρασαν είτε χειρίστηκαν σκωπτικά παρόμοιους υπαινιγμούς εντός του ισραηλινού πολιτικού κόσμου.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ακολούθησε η δήλωσή του ότι το Ισραήλ «εξακολουθεί να κατέχει» τα Υψώματα του Γκολάν, σε πλήρη αντίθεση με την απόφαση του προέδρου που τον διόρισε —και, συνεπώς, της χώρας που εκπροσωπεί— να αναγνωρίσει την ισραηλινή κυριαρχία επί των Υψωμάτων. Εδώ, πέρα από την Ιερουσαλήμ, υπήρξαν αντιδράσεις ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς πολιτικούς, κάποιοι από τους οποίους υπέδειξαν το αυτονόητο: ότι δεν γίνεται ο πρέσβης των ΗΠΑ να γελοιοποιεί τη χώρα του, αμφισβητώντας μια θέση η οποία είναι πλέον επίσημη. Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι έκανε απλώς… ιστορική αναδρομή.
Για τον Λίβανο, πάλι, αναρωτήθηκε γιατί απουσιάζουν από το τραπέζι το Ιράν και η τρομοκρατική Χεζμπολάχ και ποιος θα αντικαταστήσει τα χρήματα της Τεχεράνης προς τις σιιτικές κοινότητες. Και εκεί χρειάστηκε νέα ανασκευή: δεν εισηγήθηκε, είπε, συνομιλίες με τους τρομοκράτες. Απλώς ήθελε να περιγράψει το πρόβλημα.
Με τη διαφορά ότι, πλέον, έγινε ο ίδιος το πρόβλημα για τις ΗΠΑ.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπάρακ έχει εξυμνήσει την «ισχυρή και συγκεντρωτική ηγεσία» του Ερντογάν, έχει χαρακτηρίσει την Τουρκία αναντικατάστατο σύμμαχο και πρωτοστατεί στην προσπάθεια για την επιστροφή της στα F-35. Ούτε ότι έσπευσε να καταδικάσει την ισραηλινή επίθεση, ενώ ο ίδιος ο Τραμπ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ —το οποίο δεν μπορεί να είναι καθόλου ευχαριστημένο από τα όσα δημιουργεί ο Μπάρακ, ειδικά στις μέρες του Μάρκο Ρούμπιο— δεν είχαν προλάβει να αντιδράσουν.
Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία οφείλει ασφαλώς να κατανοεί την Άγκυρα. Όταν, όμως, ο ίδιος άνθρωπος αναλαμβάνει να διαχειριστεί τη Συρία, δηλαδή το βασικό πεδίο της ισραηλοτουρκικής αντιπαράθεσης, η τουρκική οπτική δεν γίνεται να μετατρέπεται σε αμερικανική, πόσω μάλλον σε «διαμεσολάβηση».
Όσα και εάν είναι τα εξωφρενικά λεφτά για τα συμβόλαια για την «ανοικοδόμηση» της Συρίας, στα οποία φημολογείται ότι και ο ίδιος έχει χέρι. Όχι, βέβαια, ως πρέσβης.
Ο Μπάρακ δεν μοιάζει πλέον με απεσταλμένο που προσπαθεί να αποτρέψει μία σύγκρουση. Μοιάζει με παράγοντα που έχει ήδη αποφασίσει ποιος φταίει. Και εάν η Ουάσινγκτον δεν ξεκαθαρίσει σύντομα ποιος εκφράζει την πολιτική της, όπως ήδη αναλυτές επισημαίνουν δημοσίως, η Άγκυρα δεν θα χρειάζεται να πείθει την αμερικανική κυβέρνηση για τις θέσεις της.
Θα το κάνει προκαταβολικά ο Μπάρακ, καταλαμβάνοντας τον Τραμπ εξ απίνης και προκαλώντας ζημιά στη θέση, πλέον και στη σοβαρότητα των ΗΠΑ διεθνώς.