Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ Ευρωπαϊκή Ένωση γεννήθηκε από την πεποίθηση ότι η Ευρώπη δεν μπορούσε να επιστρέψει χωρίς κίνδυνο σε ένα σύστημα στο οποίο η εθνική ισχύς ασκούνταν χωρίς κοινούς κανόνες και περιορισμούς. Έπειτα από δύο καταστροφικούς πολέμους, τα ευρωπαϊκά κράτη επέλεξαν να μοιραστούν μέρος της εξουσίας τους σε υπερεθνικό επίπεδο και να δεσμευτούν από κανόνες που κανένα τους δεν θα μπορούσε να καθορίζει μόνο του.
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, επομένως, δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό εγχείρημα. Ήταν επίσης μια προσπάθεια να τεθούν εμπόδια στη συγκέντρωση και την κατάχρηση της πολιτικής εξουσίας.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του συστήματος. Είναι το άμεσα εκλεγμένο θεσμικό όργανο της ΕΕ, με 720 ευρωβουλευτές που εξελέγησαν για την κοινοβουλευτική περίοδο 2024–2029 και εκπροσωπούν εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες. Το Κοινοβούλιο μοιράζεται τη νομοθετική εξουσία με το Συμβούλιο, εκλέγει τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μπορεί, μέσω πρότασης μομφής, να υποχρεώσει την Επιτροπή να παραιτηθεί.
Για μεγάλο μέρος της ιστορίας του Κοινοβουλίου, ένα ευρύ φιλοευρωπαϊκό κέντρο καθόριζε τους πολιτικούς συσχετισμούς. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ, EPP), οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες (S&D), οι φιλελεύθεροι του Renew Europe και, σε πολλά ζητήματα, οι Πράσινοι συγκροτούσαν τον πυρήνα της πλειοψηφίας που στήριζε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το κράτος δικαίου και τους θεσμούς της Ένωσης.
Δεν επρόκειτο ποτέ για επίσημη συμμαχία με την παραδοσιακή έννοια των εθνικών κυβερνητικών συνασπισμών, ενώ οι πλειοψηφίες στις ψηφοφορίες άλλαζαν ανάλογα με το ζήτημα. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε μια σχετικά σαφής πολιτική ισορροπία στο Κοινοβούλιο.
Η ισορροπία αυτή γίνεται πλέον πιο ρευστή.
Το ΕΛΚ δεν έχει εγκαταλείψει επισήμως τη συνεργασία του με το κέντρο. Εμφανίζεται, όμως, ολοένα πιο πρόθυμο να συγκροτεί διαφορετικές πλειοψηφίες ανάλογα με τον επιδιωκόμενο στόχο. Να στηρίζεται στο κέντρο όταν χρειάζεται να διατηρήσει τον έλεγχο των κοινοβουλευτικών θεσμών και να στρέφεται προς τα δεξιά όταν επιδιώκει να προωθήσει συντηρητικότερη νομοθεσία.
Το ερώτημα δεν είναι απλώς εάν το ΕΛΚ έχει «μετακινηθεί προς τα δεξιά». Τα κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα του ΕΛΚ δεν είναι όλα πολιτικά ταυτόσημα. Οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές (ECR), οι Πατριώτες για την Ευρώπη (PfE) και η Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών (ESN) εκπροσωπούν διαφορετικά ρεύματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, με διαφορετικές θέσεις απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Ωστόσο, η αυξανόμενη προθυμία του ΕΛΚ να συνεργάζεται με αυτές τις ομάδες, ιδιαίτερα με τους PfE και τους ESN, μετατοπίζει τα όρια του τι θεωρείται αποδεκτή κοινοβουλευτική συμμαχία.
Από την έναρξη της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου, το ΕΛΚ έχει δείξει ότι μπορεί όλο και συχνότερα να στηρίζεται στους ECR, στους PfE και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στους ESN, όταν οι παραδοσιακοί εταίροι του στους S&D, στο Renew και στους Πράσινους αντιτίθενται στη θέση του.
Μια πρώτη ένδειξη εμφανίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν ευρωβουλευτές του ΕΛΚ συντάχθηκαν με τους ECR, τους PfE και τους ESN υπέρ ενός μη δεσμευτικού ψηφίσματος που αναγνώριζε τον ηγέτη της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, Εντμούντο Γκονσάλες, ως εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας.
Το αποτέλεσμα δεν αποδείκνυε από μόνο του την εμφάνιση μιας νέας, σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Τα ψηφίσματα εξωτερικής πολιτικής δημιουργούν συχνά ασυνήθιστες συμμαχίες. Αποτέλεσε, όμως, μια πρώιμη ένδειξη ότι μπορούσαν πλέον να σχηματίζονται πλειοψηφίες πέρα από τα όρια του παραδοσιακού κέντρου.
Η τάση έγινε εντονότερη το 2025. Τον Ιούνιο, το ΕΛΚ εξασφάλισε, με τη στήριξη των ECR και των Πατριωτών για την Ευρώπη, τη δημιουργία κοινοβουλευτικής ομάδας εργασίας για τον έλεγχο της χρηματοδότησης των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) από την ΕΕ, παρά την αντίθεση των S&D, του Renew, της Αριστεράς και των Πρασίνων.
Η σημασία της απόφασης δεν βρισκόταν μόνο στο αντικείμενο της ομάδας εργασίας, αλλά και στη σύνθεση της πλειοψηφίας που τη στήριξε. Κατέδειξε ότι το ΕΛΚ μπορούσε να αναζητήσει στήριξη πέρα από τους παραδοσιακούς εταίρους του στο φιλοευρωπαϊκό κέντρο για να προωθήσει μια απόφαση με ουσιαστικό θεσμικό βάρος.
Το σημαντικότερο παράδειγμα, ωστόσο, αφορά τους κανόνες της ΕΕ για τη βιωσιμότητα και τη δέουσα επιμέλεια των επιχειρήσεων.
Τα προηγούμενα χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση διεύρυνε σταδιακά τις υποχρεώσεις των μεγάλων εταιρειών να γνωστοποιούν τον περιβαλλοντικό και κοινωνικό τους αντίκτυπο, καθώς και να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν παραβιάσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού τους.
Η βασική αρχή ήταν απλή: οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά δεν θα πρέπει να μπορούν να αποποιούνται την ευθύνη για τις συνέπειες των δραστηριοτήτων τους απλώς και μόνο επειδή αυτές εκδηλώνονται σε άλλο σημείο της αλυσίδας εφοδιασμού. Η κατεύθυνση αυτή επανεξετάζεται πλέον όλο και περισσότερο υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Στο πλαίσιο του πακέτου απλούστευσης Omnibus I της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε σημαντικό περιορισμό του πλαισίου της ΕΕ για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας και τη δέουσα επιμέλεια των επιχειρήσεων.
Στις 16 Δεκεμβρίου 2025, οι ευρωβουλευτές ενέκριναν την τελική συμφωνία που είχε επιτευχθεί με τα κράτη μέλη με 428 ψήφους υπέρ, 218 κατά και 17 αποχές. Το Συμβούλιο έδωσε την τελική του έγκριση στις 24 Φεβρουαρίου 2026.
Η νέα νομοθεσία περιόρισε την υποχρεωτική υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας στις εταιρείες με περισσότερους από 1.000 εργαζομένους και καθαρό ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 450 εκατομμυρίων ευρώ. Οι απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας περιορίστηκαν ακόμη περισσότερο, καθώς εφαρμόζονται μόνο σε εταιρείες με περισσότερους από 5.000 εργαζομένους και καθαρό ετήσιο κύκλο εργασιών άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ.
Η σημασία αυτής της αλλαγής δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι λιγότερες εταιρείες θα υπόκεινται πλέον στις συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Δείχνει ότι έχει αλλάξει η πολιτική ισορροπία γύρω από το τι θα πρέπει να απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση από τις επιχειρήσεις.
Η προηγούμενη προσέγγιση θεωρούσε όλο και περισσότερο ότι η ισχύς των εταιρειών έπρεπε να υπόκειται σε κοινούς ευρωπαϊκούς περιορισμούς. Η νέα προσέγγιση δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο κόστος αυτών των κανόνων για τις επιχειρήσεις και στην ανάγκη μείωσης των κανονιστικών επιβαρύνσεων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας.
Υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα υπέρ αυτής της μετατόπισης. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πράγματι σημαντικές κανονιστικές και οικονομικές πιέσεις, ενώ η νομοθεσία της ΕΕ μπορεί να συνεπάγεται ουσιαστικό διοικητικό κόστος.
Η απλούστευση των κανόνων δεν σημαίνει αυτομάτως αποδυνάμωση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή της περιβαλλοντικής προστασίας. Το πολιτικό ερώτημα που προκύπτει, ωστόσο, είναι τι συμβαίνει όταν η απλούστευση γίνεται το κυρίαρχο κριτήριο με το οποίο η ΕΕ αξιολογεί κάθε κανόνα της.
Το πακέτο Omnibus δείχνει ότι δεν πρόκειται πλέον μόνο για μια θεωρητική αλλαγή στην πολιτική ρητορική. Η μετατόπιση αυτή απέκτησε νομοθετική μορφή, αφού εξασφάλισε ευρεία κοινοβουλευτική στήριξη. Η σύνθεση της πλειοψηφίας που την ενέκρινε καταδεικνύει επίσης τη σημασία της ολοένα πιο ευέλικτης τακτικής του ΕΛΚ στη διαμόρφωση πολιτικών συμμαχιών.
Για δεκαετίες, η ευρεία φιλοευρωπαϊκή συναίνεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός πολιτικού ορίου που κρατούσε την ακροδεξιά μακριά από τον πυρήνα της κοινοβουλευτικής εξουσίας.
Τα κόμματα που βρίσκονταν δεξιότερα μπορούσαν να κερδίζουν εκλογές, να εισέρχονται στο Κοινοβούλιο και να επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση, αλλά παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό εκτός του βασικού πλέγματος συνεργασιών που καθόριζε τη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η βαθύτερη ανησυχία αφορά το τι συμβαίνει όταν η συνεργασία με κόμματα που κάποτε θεωρούνταν πολιτικά περιθωριακά γίνεται συνήθης πρακτική.
Όταν το ΕΛΚ μπορεί να βασίζεται στους S&D, στο Renew και στους Πράσινους για να διατηρεί τον έλεγχο των κοινοβουλευτικών θεσμών, αλλά στη συνέχεια να στρέφεται στους ECR, στους PfE ή στους ESN για να προωθήσει μια αμφιλεγόμενη πολιτική επιλογή, το πολιτικό κέντρο παύει να λειτουργεί ως σταθερός άξονας συνεργασίας. Μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποιείται κατά περίπτωση και ανάλογα με τη σκοπιμότητα.